aetos

ΣΠΗΛΑΙΑ

1. Σπηλαιοβάραθρο «Προφ. Ηλία» | 2. Λασκώ, η ιστορία μιας σπηλιάς | 3. Αλταμίρα, η ιστορία μιας σπηλιάς


Το σπηλαιοβάραθρο «Προφ. Ηλία»- Γλυφάδα Αττικής

Αναδημοσιεύουμε από το περιοδικό «ΕΠΙΚΑΙΡΑ» της 4.4.1969 το σχετικό άρθρο καθώς επίσης και από την εφημερίδα
«ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΣΑΡΩΝΙΚΟΥ» (29.5.1969) του αείμνηστου Εμμ. Κασιμάτη. Ιδιαίτερα τιμούμε τον συμπολίτη μας, Γλυφαδιώτη κ. Σπύρο Φλασκή και την κόρη του Αντωνία Φλασκή-Ντουζέπη, που με το μεράκι τους και την αγάπη τους για τη φύση, έδωσαν το έναυσμα
για την εξερεύνηση του εν λόγω σπηλαιοβαράθρου.

«ΕΠΙΚΑΙΡΑ» 4.4.1969. | ΣΠΗΛΑΙΟΒΑΡΑΘΡΟ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ ΥΜΗΤΤΟΥ ( Άνω Γλυφάδα)

Ένα ακόμη πολύτιμο πετράδι προστέθηκε στα τόσα του Υμηττού πριν από λίγες μέρες, ένα σπηλαιοβάραθρο.
Ένα τηλεφώνημα στην Πρόεδρο της Ε.Σ.Ε. από τον κάτοικο της περιοχής Άνω Γλυφάδας κ. Σπύρο Φλασκή και ένα έγγραφό του που ακολούθησε ύστερα από υπόδειξη, έγινε αφορμή να ξεκινήση κλιμάκιο της Ε.Σ.Ε. για την διαπίστωση του νέου θησαυρού…
που βρίσκονταν στα Δ. προβούνια του Υμηττού κάτω από το εξωκκλήσι του Προφήτη Ηλία.
Για την κατάκτησή του χρειάσθηκε 28μ. σχοινένια σκάλα-αιωρούμενη στο κενό- γιατί το σπήλαιο διανοίγονταν σαν τεράστιο πιθάρι βάθους 34μ. Το φως της ημέρας που εισχωρούσε από την είσοδό του πλάτους 1χ0,80μ. προς τον απέναντί της τοίχο, έδωσε τα πρώτα δείγματα της αξίας του.

Κατακόρυφοι παραπετασματοειδείς σταλακτίτες κρέμονταν σ΄ όλη του την επιφάνεια ως τα χαμηλότερα σημεία του. Όπου υπήρχαν προεξοχές είχαν αναπτυχθεί ωραιότατοι σταλαγμίτες σε διάφορα σχήματα αυξάνοντας τη φαντασμαγορία του. Το δάπεδό του; αποθέωση!... Ογκώδεις-στη σειρά-σταλαγμίτες φθάνουν σε ύψος 8-10 μέτρα. Τα σχήματά τους αφάνταστης ομορφιάς, τόσο στα γενικά όσο και στις λεπτομέρειές τους, μας άφηναν έκπληκτους.

Ο απαλός φωτισμός, που προέρχονταν από την είσοδο, του έδινε όψη απόκοσμη. Πραγματικό δέος σου ενέπνεε το όραμα, που δημιουργούσε η φωτεινή είσοδός του. Είχες την εντύπωση πως βρίσκεται σε ατελείωτο ύψος και συ-ένα τίποτε- σ΄ ένα ανυπολόγιστο βάθος, ανάμεσα σε γίγαντες, που σε ατένιζαν περιφρονητικά για τη μικρότητά σου.

Αχόρταγα προσπαθούσαμε να αγκαλιάσουμε με το βλέμμα μας, όσο μπορούσαμε περισσότερο, τον πέτρινο αυτό γιγάντιο κόσμο, που κρύβονταν επί τόσους αιώνες στα σπλάχνα του Υμηττού, στα πόδια της Αθήνας, χωρίς να το φαντάζεται κανείς. Και όμως αυτοί οι γίγαντες δεν είναι εγκατεστημένοι σε πολυδαίδαλο παλάτι. Βρίσκονται σε ένα τεράστιο θάλαμο, που τον χώρισαν μόνοι τους σε διαμερίσματα, τα οποία θα είναι δυνατό να απολαύση ο καθένας, αν ενδιαφερθούν οι ιθύνοντες.
Με διάνοιξη ενός τούνελ στην Δ. βάση του και μια κυκλική διάβαση, πότε με σκαλάκια και γεφυράκια, πότε ανηφορική ή κατηφορική,
ο Υμηττός θα έχη να επιδείξη προς τη Δ. πλευρά του ένα δεύτερο Κουτούκι… «το παιδί του». Για την προσπέλασή του θα χρειαστή διάνοιξη δρόμου μήκους ενός χιλιομέτρου περίπου, για να συνδεθή με την πλησιέστερη αμαξιτή οδό.

«ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΣΑΡΩΝΙΚΟΥ» 29.5.1969

ΑΝΕΚΑΛΥΦΘΗ ΤΟ ΥΠ΄ ΑΡΙΘ. Α.Σ.Μ. 3509 | ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ ΣΠΗΛΑΙΟΝ «ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ» ΕΙΣ ΤΕΡΨΙΘΕΑΝ ΓΛΥΦΑΔΑΣ.

Η ανακάλυψις ενός βαράθρου-σπηλαίου εις τους πρόποδας του Υμηττού κάτωθι ναΐσκου του Προφήτου Ηλιού και συγκεκριμένως εις
απόστασιν 300μέτρων από του τέρματος της οδού Μουσών εις Τερψιθέαν υπό του εκ των παλαιών Γλυφαδιωτών συμπολιτών μας κ. Σπυρίδωνος Φλασκή έφερεν εις το φώς πολλά άξια λόγου τουριστικά ενδιαφέροντα.
Την πληροφορίαν της ανακαλύψεως του σπηλαίου τούτοι είχομεν πολύ πριν ο ημερήσιος τύπος ασχοληθή με αυτό, και εάν εκ του λόγου της ανά δεκαπενθήμερον εκδόσεως της εφημερίδος μας δεν επρολάβαμεν εις την έγκαιρον πληροφόρησιν της κοινής γνώμης, μας εδόθη ο καιρός να έχωμεν περισσοτέρας και πλέον σαφείς αποδείξεις περί του πράγματι μεγάλου τουριστικού ενδιαφέροντος του σπηλαίου τούτου.

Ούτω ευθύς ως αι πληροφορίαι μας επιβεβαιώθησαν απηθύνθημεν εις την πρόεδρον της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρίας κ. Άννα Πετροχείλου, ήτις ειδικώτερα παντός άλλου επί των θεμάτων αυτών, θα μας ενημέρωνε υπευθύνως εφ΄όσον η ιδία επί κεφαλής τριμελούς ομάδος-μελών της αυτής εταιρίας εκ των κ.κ. Ιωάννου Ιωάννου, Δ.Λιάγκου και Π.Κοτρώφ, όχι μόνον επεσκέφθη δίς συνοδευομένη και υπό της οικογενείας Φλασκή, αλλά και εμελέτησε, εξηρεύνησε και εχαρτογράφησε το σημαντικόν αυτό σπήλαιον.
Επεσκέφθημεν λοιπόν-κατόπιν προσυνεννοήσεως-την κ. Πετροχείλου εις το εν Νέαν Σμύρνη γραφείον της και υπό τύπον συνεντεύξεως επί του θέματος εζητήσαμεν σχετικάς πληροφορίας δια τους αναγνώστας μας.
Η κ. Πετροχείλου ευχαρίστως απήντησε εις τα τεθέντα ερωτήματα και απορίας μας ως εξής:
Κατ΄ αρχήν, μας είπε, ότι επληροφορήθη εγγράφως την ύπαρξη του βαράθρου από την Γλυφαδιώτη κ. Σπύρον Φλασκή, όστις όχι μόνον συνόδευσε αυτήν και τα άλλα μέλη της Σπηλαιολογικής Εταιρίας εις την ουχί μακράν της οριογραμμής του Δήμου, ευρισκομένην οπήν του βαράθρου, αλλά και ότι ο ίδιος ο κ. Φλασκής και η θυγάτηρ του, κατήλθον εις το σπήλαιο, παρά το δυσπρόσιτον του εσωτερικού του.

Η κάθοδος εγένετο με ανεμόσκαλα και αναρριχητικά σχοινία, αιωρουμένης ως ο γλόμπος ηλεκτρικού, από την επί της επιφανείας οπήν, ανοίγματος 1 μέτρου επί 0,80μ. και πάχους του εδάφους περί τα 2 μέτρα, εξού ήρχιζε η οροφή ενός ευρυτάτου σπηλαίου και εν μέσω ενός αποθεωτικού περιβάλλοντος σταγμιτών, σταλακτικών και κοραλίων, από σταλακτιτικά παραπετάσματα υπέρυθρα.
Κατήλθον εις βάθος 28 μέτρων εις την κορυφήν λοφίσκου που έχει σχηματισθή από τους ριφθέντας υπό διερχομένων διαβατών λίθους και άλλα αντικείμενα στο πέρασμα του χρόνου, εκείθεν δε ακόμη χαμηλότερα εις βάθος ετέρων 10 μέτρων όπου η βάσις του σπηλαίου. ν ο κ. Ιωάννου όστις εφωδιασμένος με κηρία ετοποθέτησε ταύτα εις διάφορα σημεία του σπηλαίου, ακολούθως η κ. Πετροχείλου και εν συνεχεία ο κ. Φλασκής, η θυγάτηρ του και ο κ. Κοτρώφ. Όταν όλοι κατήλθον ευρέθησαν προ ενός καταπληκτικού θεάματος που παρουσίαζε το σπήλαιον με τους απειραρίθμους σταλαγμίτας 8-10 μέτρων με ωραιότατα ομοιώματα αλεπούδων, καμήλας κ.λ.π. εις την βάσιν και σταλακτίτας ύψους 6μ., καθώς το φως των κηρίων και των ατομικών των φακών έπιπτε επ΄αυτών.
Όλοι οι τοίχοι-μας είπε η κ. Πετροχείλου-έχουν παραπετασματώδεις σταλακτίτας, όπου δε υπάρχουν ανωμαλίες εις τους τοίχους, έχουν αναπτυχθεί σταλαγμίτες με ωραιότατα συμπλέγματα κυματοειδή κ.λ.π.

Καθώς κατέβαινα-μας είπε-εις το βάθος του σπηλαίου και ο μετωπικός μου φακός περιεστρέφετο με τας κινήσεις μου επί της αιωρουμένης σχοινόσκαλας και εφώτιζε τα τοιχώματά του, τους σταλακτίτες και τα κοράλια, μαζύ με το σύθαμπο φως της ημέρας που εισήρχετο από την οπή της επιφανείας του εδάφους, μου εφαίνετο σαν να ευρισκόμουν σε ένα ονειρώδες φυσικόν μεγαλείον το οποίον ουδαμού εις ουδένα σπήλαιον της Αττικής είχα συναντήσει.
Πέραν δε αυτού το σπήλαιον έχει ένα ιδιαίτερο πλούτο σταλακτικτικού διακόσμου και σημαντικών άλλων σπηλαιολογικών ευρημάτων, τα οποία δια πρώτην φοράν συνήντησα εκεί. Το θέαμα κυριολεκτικώς σε συνεπαίρνει, συνέχισε η κ. Πετροχείλου, και αξίζει το κόπο να ενδιαφερθούν οι αρμόδιοι δια την τουριστικήν αξιοποίησιν του σπηλαίου τούτου.

Ήδη το χαρτογραφήσαμεν και συνετάξαμεν τουριστικήν μελέτην του σπηλαίου, το οποίον έχει μήκος 45 μέτρα, πλάτος 30μ., ύψος 35 μέτρα και άλλας εσωτερικάς μικροδιακλαδώσεις που οδηγούν εις μικροθαλάμους και παρουσιάζουν ένα ονειρώδες θέαμα.
Εντός του σπηλαίου, μας είπε, ευρέθη επί της σωρού ογκολίθων ένα ποδήλατον και εις σημεία τινά θραυσμένα μικροτεμάχια σταλαγμιτών.

Αι παρατιθέμεναι φωτογραφίαι του εσωτερικού του σπηλαίου ληφθείσαι υπό του κ. Ι. Ιωάννου (Σ. Σ. Αναφέρεται στις φωτογραφίες της έκδοσης του 1969), μας δίδουν μίαν αμυδράν εικόνα του φυσικού πλούτου που περικλείει και το οποίον τουριστικώς αξιοποιούμενον δύνανται να προσελκύση πλήθος επισκεπτών εις την περιοχήν ταύτην της Γλυφάδας.

Σ. Σ. Επισημαίνουμε ότι ο Γλυφαδιώτης φωτογράφος κ. ΣΩΤΗΡΗΣ ΜΠΑΛΙΑΚΟΣ κατέβηκε στο σπηλαιοβάραθρο και αποτύπωσε πανέμορφα μέρη του.
Τον ευχαριστούμε ιδιαίτερα για την χρήση των φωτογραφιών.

Κάντε κλικ για μεγέθυνση Κάντε κλικ για μεγέθυνση Κάντε κλικ για μεγέθυνση Κάντε κλικ για μεγέθυνση Κάντε κλικ για μεγένθυση


Μετάβαση στην κορυφή της σελίδας

Separator
Λασκώ, η ιστορία μιας σπηλιάς

Της Κίρας Σίνου

Στη νότια Γαλλία, όχι μακριά από το Μπορντώ, την πόλη που έχει δώσει τ΄ όνομά της σ΄ ένα από τα πιο φημισμένα μαύρα κρασιά, κυλάει τα ήρεμα νερά του ο ποταμός Ντορντόν. Στις όχθες του φυτρώνουν αμπέλια, ροδακινιές κι άλλα οπωροφόρα. Στην κοιλάδα του, που έχει πάρει κι αυτή τ΄ όνομα Ντορντόν, δεν υπάρχουν μεγάλα δάση παρά μόνο ανάραια δασάκια από πεύκα και σημύδες και τραχιά χορτάρια. Πιο πέρα υψώνονται απότομα άσπρα βράχια που τα καλύπτουν σχεδόν μια πυκνή βλάστηση. Το κλίμα είναι ήπιο καθώς το επηρεάζει ο Ατλαντικός Ωκεανός και το καλοκαίρι η κοιλάδα γίνεται ένας παράδεισος για πεταλούδες που λαμποκοπούν στον ήλιο σαν πολύχρωμα πετράδια.

Είναι φυσικό αυτό το περιβάλλον να μην προσείλκυσε μόνο τις πεταλούδες. Από πολύ νωρίς ο άνθρωπος την διάλεξε ως τόπο διαμονής του καθώς οι βράχοι του προσφέρανε για κατοικία τις κρυφές σπηλιές τους και το ωραίο περιβάλλον ανέπτυξε το καλλιτεχνικό του ένστικτο. Γι αυτό και οι περισσότερες από τις σπηλιές με βραχογραφίες βρίσκονται συγκεντρωμένες σ΄ αυτή την περιοχή.
Πόλεμος. Στη Γαλλία η Κατοχή δεν ήταν πιο εύκολη απ΄ ότι στην Ελλάδα. Οι Γερμανοί ήταν το ίδιο σκληροί και οι στερήσεις όμοιες. Μα όπως εκείνη την εποχή συνέβαινε σε όλες τις κατεχόμενες χώρες, η ζωή στο χωριό ήταν πιο άνετη παρά σε πόλεις και οι τέσσερις  νεαροί φίλοι, ο Μαρσέλ, ο Ζωρζ, ο Ζάκ και ο Σιμόν, δεν είχαν λόγους να ξεχάσουν τα παιχνίδια τους.

Η αγαπημένη τους διασκέδαση ήταν να περιδιαβάζουν την εξοχή. Παρέα στις εξορμήσεις τους ήταν ο σκύλος Ρομπότ ο αγαπημένος σύντροφος του μικρότερου από τους τέσσερις φίλους, του Σιμόν. Ο Σιμόν δεν τον αποχωριζόταν ποτέ και καμάρωνε που το σκυλί υπάκουε στην κάθε λέξη του.

Έτσι και εκείνη τη μέρα, στις 12 Σεπτεμβρίου του 1940, τα τέσσερα αγόρια ξεκίνησαν για το συνηθισμένο περίπατό τους. Την προηγούμενη είχε μεγάλη κακοκαιρία, η ανεμοθύελλα είχε σαρώσει ολόκληρη την περιοχή, αλλά σήμερα ο ουρανός ήταν ολόλαμπρος και κανένα σύννεφο δεν έριχνε τη σκιά του στη νοτισμένη γη.
-Που λέτε να πάμε; ρώτησε ο Ζωρζ.

-Που αλλού: Στο λόφο του Λασκό, όπως πάντα. Ο κόμης δε έχει καμμιά αντίρρηση να παίζουμε εκεί.
-Θέλεις να πεις πως ο δασοφύλακας δεν έχει αντίρρηση. Εκείνος είναι ο φίλος μας. Ο κόμης ντε λα Ροσφουκό δε φαντάζομαι να ξέρει καν πως υπάρχουμε.
Η θύελλα είχε χτυπήσει άσχημα το μικρό λόφο. Η δύναμη του ανέμου ήταν τέτοια που ξερίζωσε πεύκα κι εκατό χρονών. Τα ΄αγόρια προχωρούσαν και κοίταζαν γύρω τους με έκπληκτα μάτια τις καταστροφές που είχε επιφέρει. Κάπου μπροστά τους έτρεχε ο Πομπό μυρίζοντας μ΄ ενδιαφέρον τις πελώριες ρίζες των δέντρων που τώρα ήταν στραμμένες, γεμάτες χώματα, προς τον ουρανό.
Και ξαφνικά τον χάσανε.

-Που πήγε ο σκύλος σου ; ρώτησε ο Μαρσέλ το Σιμόν.
Το μικρό αφεντικό του Ρομπότ ξαφνιάστηκε.
-Τώρα δα ήταν εδώ, είπε. Δε πάει μακριά μόνος του ο Ρομπότ. Κάπου εδώ θα΄ ναι. Στάσου να του σφυρίξω.
Και σφύριξε διαπεραστικά.

Μα όσο και να σφύριζε ο σκύλος δεν ερχόταν. Ούτε και τον άκουγαν να γαβγίζει πουθενά. Ο Σιμόν ανησύχησε.
Ποτέ άλλοτε δεν είχε φερθεί έτσι ο Ρομπότ.
-Πού τον είδες για τελευταία φορά ; τον ρώτησε ο Μαρσέλ που ήταν ο μεγαλύτερος κι έκανε τον αρχηγό.
-Να εκεί, κοντά σ’ εκείνο το ξεριζωμένο δέντρο, είπε ο Σιμόν. Δεν παν ούτε δύο λεπτά.
Ο Μαρσέλ πλησίασε το πεσμένο δέντρο. Οι ρίζες, βγαίνοντας από το χώμα, είχαν ανοίξει ένα λάκκο. Και στο βάθος του λάκκου μαύριζε μια μικρή τρύπα.

-Πρέπει να ρίξω μια ματιά, είπε γυρίζοντας στο Σιμόν. Μα το παιδί τον πρόλαβε. Πεσμένο στα γόνατα προσπαθούσε ν΄ απομακρύνει με τα χέρια του μια μεγάλη πέτρα.
-Σίγουρα έχει τρυπώσει εδώ. Και σφύριξε.
Μα άδικα τέντωνε τ΄ αυτί του. Ο σκύλος δεν απάντησε.
-Θα προχώρησε βαθιά μέσα, είπε ο Μαρσέλ. Θα κατέβω να ρίξω μια ματιά.
Και μόλο που τα άλλα αγόρια δε θέλανε να τον αφήσουν χώθηκε σαν νυφίτσα στο στενό άνοιγμα.
Στην αρχή τα απιδιά δεν άκουγαν παρά ένα σούρσιμο καθώς ο Μαρσέλ ζοριζόταν μέσα από το στενό διάδρομο. Έπειτα ακούστηκε ένας θόρυβος σάμπως να κυλούσαν πέτρες.

Ο Σιμόν έβγαλε μια φωνή αγωνίας. Ο Ζωρζ είπε:
-Πάει έπεσε! Πρέπει να τρέξουμε να φέρουμε βοήθεια!
Μα σε λίγο άκουσαν τη φωνή του Μαρσέλ να έρχεται από τα σπλάχνα της γης.
-Ρομπότ, Ρομπότ!

Κι ύστερα από αρκετή ώρα άκουσαν πάλι ένα σούρσιμο.
Ήταν ο Μαρσέλ που πάλευε να βγει μέσα από την τρύπα.
-Εκεί κάτω έχει μια μεγάλη σπηλιά. Τον Ρομπότ δεν τον βρήκα. Φαίνεται πως προχώρησε πολύ βαθιά.
Πρέπει να ξανάρθουμε αύριο με φανάρια και σκοινιά. Έχει τέτοιο σκοτάδι κει μέσα που κινδυνεύουμε να τσακιστούμε.
Το άλλο πρωί εφοδιασμένοι με λάμπες που δούλευαν με πετρέλαιο κατέβηκαν όλοι μαζί. Προχώρησαν για λίγο και ξαφνικά μπροστά τους άνοιξε ένα χάσμα. Με τη βοήθεια του σκοινιού κατέβηκαν σε βάθος επτά μέτρων και βρέθηκαν σε μια μεγάλη υπόγεια αίθουσα.
Ο Σιμόν έκανε χωνί το χέρι του και σφύριξε. Και σε μια στιγμή φάνηκε ο Ρομπότ. Ήρθε σαν ανεμοστρόβιλος κοντά στ΄ αφεντικό του.
Η ουρά του κόντευε να του φύγει έτσι που την κουνούσε, τρελός από τη χαρά του.
Η αποστολή τους είχε τελειώσει κι είχε στεφθεί με επιτυχία. Μπορούσαν να φύγουν τώρα. Μα τ΄ αγόρια δε θα ήταν σωστά αγόρια αν σταματούσαν εκεί.

-Θ΄ ανέβουμε από τώρα; ρώτησε ο Ζακ. Δε θα προχωρήσουμε να δούμε τι υπάρχει εδώ;   
Ο Μαρσέλ δίσταζε. Από τη μια μεριά ένιωθε υπεύθυνος για τα μικρότερα παιδιά, από την άλλη, όπως είπαμε, ήταν κι αυτός ένα αγόρι και η δίψα της περιπέτειας, έκαιγε μέσα του.

-Πάμε, συμφώνησε. Όχι πολύ μακριά, όμως. Αυτές οι σπηλιές είναι επικίνδυνες και δεν ξέρουμε τι κρύβει τούτη δω.
Δεν είχαν προχωρήσει πολύ όταν ο Σιμόν μαρμάρωσε στη θέση του.
-Άλογο! Είπε. Κοιτάξτε, ένα άλογο.

-Δεν είσαι στα καλά σου! αναφώναξε ο Ζωρζ. Που ακούστηκε άλογο σε σπηλιά!
-Μα κοίτα! Φώναξε ο Σιμόν. Εκεί, ίσια μπροστά σου.

Ο Ζωρζ σήκωσε τα μάτια του και είδε πραγματικά ένα άλογο. Ήταν καστανό, με ασπριδερή κοιλιά. Το σώμα του ήταν συμπαγές ενώ τα πόδια του λεπτά. Η μαύρη χαίτη στεκόταν όρθια.

-Λες να είναι ζωντανό; ρώτησε ψιθυριστά ο Σιμόν. Δείχνει πως θα το βάλει στα πόδια από στιγμή σε στιγμή.
Ο Μαρσέλ άπλωσε διστακτικά το χέρι του. Το άλογο δεν κουνήθηκε. Ακόμα λίγο και το άγγιξε. Το δάχτυλό του βάφτηκε καφετί.
-Ζωντανό; Όχι, βέβαια. Ζωγραφιστό είναι. Αλλά έτσι όπως το έχει ζωγραφίσει ο ζωγράφος μοιάζει πραγματικά ολοζώντανο.

Πιο κάτω και πιο πάνω άλλα άλογα τρέχανε ή στέκονταν έτοιμα να ξεκινήσουν καλπάζοντας. Κι ύστερα το βλέμμα τους αντίκρισε γελάδια, ταύρους και αγελάδες να σχηματίζουν ένα ολόκληρο διάζωμα. Κι από πάνω, στο ταβάνι, αιωρούνταν σαν χοντρά σύννεφα, βράχια που σχημάτιζαν τον ουρανό. Τα τέσσερα αγόρια δεν ξέρανε που να πρωτοκοιτάξουν. Τα μάτια τους έκπληκτα τρέχανε από το ένα χορτοφάγο ζώο στο άλλο, δοσμένα όλα τους τόσο ρεαλιστικά, που θαρρείς ότι τα έβλεπες να βοσκούν  το χορτάρι τους.

-Και τούτο δω τι να παριστάνει άραγε; Σε ο Ζωρζ ρίχνοντας το φως της λάμπας πάνω σε μια βραχογραφία που ξεπερνούσε το ενάμιση μέτρο στο μήκος.

Ήταν ένα ζώο που έμοιαζε με ταύρο, μα δεν ήταν ταύρος, έδειχνε φανταστικό. Τεράστιο, με μια πρησμένη κοιλιά που κρεμόταν σχεδόν ως κάτω, είχε ζωγραφισμένες πέντε βούλες στο πάνω μέρος του σώματός του που τέτοιες δεν μπορούσαν να υπάρχουν στη φύση. Μα το πιο περίεργο ήταν το κεφάλι του. Κοντό, με μια μουσούδα που κατέληγε σχεδόν σε τετράγωνο έφερε πολύ μακρυά και ολόισια κέρατα, ίδια δόρατα.

-Λες να είναι μονόκερως; ρώτησε, αφού το σκέφτηκε λιγάκι ο Σιμόν.
-Μη λες βλακείες. Ο μονόκερως έχει ένα κέρατο. Γι ΄ αυτό και λέγεται μονόκερως. Και δεν υπάρχει παρά μόνο στα παραμύθια. Τούτο το ζώο έχει δύο.

-Κι όμως εμένα μου θυμίζει μονόκερο, είπε πεισματάρικα ο μικρός Σιμόν.
Ο Μαρσέλ κούνησε το κεφάλι του. Κατά βάθος συμφωνούσε με το Σιμόν κι ας είχε δίκιο ο Ζωρζ. Το ζώο του φαινόταν πραγματικά μαγικό, ένα ζώο που βγήκε από τα παραμύθια. Δεν μπορούσε φυσικά να ξέρει εκείνη τη στιγμή ότι και οι επιστήμονες που θα το μελετούσαν αργότερα θα το χαρακτήριζαν ως πλάσμα μυθικό, ένα μονόκερο ή ακόμα κι ένα μεταμφιεσμένο μάγο. Για την ώρα όμως βιαζόταν να επισκεφτεί κι άλλους χώρους της σπηλιάς.

Παντού συναντούσαν τις ωραίες βραχογραφίες. Άλογα, ταύρους, βίσονες, ελάφια ανάκατα. Τεράστια ζώα κι ανάμεσά τους ζώα πολύ μικρότερα. Σε μια διακλάδωση του κεντρικού διαδρόμου αντίκρισαν μια σειρά από κεφάλια ελαφιών με μεγάλα κέρατα. Σχημάτιζαν ένα διάζωμα που έφτανε τα πέντε μέτρα σε πλάτος. Μα σώματα δεν υπήρχαν. Μόνο μια μαύρη παχιά γραμμή κάτω από τα τεντωμένα κεφάλια.

-Περίεργο. Τι να παριστάνουν; ρώτησε απορημένο ο Ζακ.
-Κολυμπούνε, είπε με βεβαιότητα ο Ζωρζ. Διασχίζουν ένα ποτάμι. Η μαύρη γραμμή είναι το νερό.
-Πρέπει να φεύγουμε, είπε ο Μαρσέλ ρίχνοντας μια ματιά στο ρολόι του. Είναι αργά και οι γονείς μας θα μας κρεμάσουν το κουτάλι. Να μπω μόνο μια στιγμή εδώ, κι έδειξε ένα άνοιγμα, και φεύγουμε.
Βρέθηκαν σε μια μικρή στοά. Δεν προχωρούσε πολύ καθώς την είχε κλείσει με χώματα και πέτρες μια κατολίσθηση. Ο Μαρσέλ σταμάτησε απότομα. Μπροστά του έχασκε ένα βάραθρο. Το αγόρι έριξε μέσα το φως της λάμπας του. Δεν ήταν βάραθρο αυτό. Ήταν ένα φρέαρ που έφτανε σε βάθος επτά μ΄ οκτώ μέτρα. Δε θα έκανε τον κόπο να κατέβει αν δεν διέκρινε μια παράσταση ζωγραφισμένη στον τοίχο.

-Θα κατέβω να δω τι έχει εδώ, είπε στα παιδιά που τον ακολουθούσαν, δένοντας το σκοινί σε μια προεξοχή του βράχου, κι ύστερα φεύγουμε.

Κατέβηκε πολύ προσεκτικά. Δεν είναι αστείο να πέσεις από τέτοιο ύψος και δεν είχε καμιά όρεξη να σπάσει το πόδι του. Και η λάμπα του φώτισε μια εικόνα τελείως διαφορετική απ΄ όσες είχαν δει στη σπηλιά.
Απεικόνιζε έναν άνθρωπο. Βέβαια ο άνθρωπος δεν ήταν παρά ένα χοντροκαμωμένο σχέδιο, από κείνα που φτιάχνουν τα παιδιά του νηπιαγωγείου, αποτελούσε όμως κάτι το πολύ σημαντικό, καθώς ανάμεσα σ΄ όλα αυτά τα ζώα ήταν ο μόνος. Ο άνθρωπος ήταν πεσμένος ανάσκελα, σε μια στάση ανημποριάς με τα χέρια του ανοιγμένα πλατιά. Και τα χέρια του είχαν μόνο τέσσερα δάκτυλα. Μα το πιο παράξενο ήταν το κεφάλι του. Δεν ήταν ανθρώπινο, ήταν ενός πουλιού με μακρύ ράμφος. Και δίπλα του ήταν ζωγραφισμένο ένα μπαστούνι που η μια του άκρη του κατέληγε σ΄ ένα πουλί επίσης.

Πάνω από το πεσμένο άνθρωπο στεκόταν με σκυμμένο το κεφάλι έτοιμος να ορμίσει, ένας αγριεμένος βίσονας. Το ζώο ήταν θανάσιμα τραυματισμένο γιατί μέσα από την κοιλιά του κρέμονταν τα έντερά του. Κι από την άλλη πλευρά είδε, σχεδιασμένο θαυμάσιο με αδρές γραμμές, τα πίσω πόδια ενός ρινόκερου που έφευγε.

Ο Μαρσέλ έμεινε να στέκεται με το στόμα ανοιχτό. Αυτή η παράσταση τι να σήμαινε άραγε; Γιατί είχε πουλίσιο κεφάλι ο πεσμένος άνθρωπος; Και γιατί είχε ένα πουλί και πάνω στο ραβδί; Και τα τέσσερα δάκτυλα; ήταν απλά μια άτεχνα φτιαγμένη εικόνα ή είχε κάποια συμβολική σημασία; Δεν μπορούσε να βρει άκρη.
-Γιατί αργείς, Μαρσέλ; άκουσε να του φωνάζουν οι σύντροφοί του. Εσύ δεν έλεγες ότι πρέπει να φεύγουμε;
Ο Μαρσέλ σαν να ξύπνησε. Μια, έπρεπε να φεύγουνε. Η ώρα ήταν περασμένη, όμως πήρε την απόφασή του. Δε θα έλεγε τίποτα στα παιδιά. Η παράσταση του τραυματισμένου βίσονα ήταν πολύ ανατριχιαστική κι ο μικρός Σιμόν σίγουρα θα τρόμαζε.
-Είδες τίποτα το ενδιαφέρον; σε ο Ζακ.

-Πάλι βίσονες και άλογα, απάντησε τάχα αδιάφορος ο Μαρσέλ. Είχε κι ένα πουλί.
Όταν βγήκαν στην επιφάνεια τα αγόρια κάθισαν για λίγο να πάρουν μια ανάσα.
-Ωραία η σπηλιά μας, είπε ο Σιμόν χαϊδεύοντας τον αγαπημένο του Ρομπότ.
-Σπηλιά μας; έκανε  σκεφτικός ο Μαρσέλ. Μακάρι να ήτανε. Να μην ξεχνάμε όμως πως βρίσκεται στα κτήματα του κόμη. Δική του είναι.
-Είναι, δηλαδή, ανάγκη να του το πούμε; ρώτησε ο Ζακ.
-Δεν μπορούμε να την κρατήσουμε μυστική;

-Και να την έχουμε για στρατηγείο στα παιχνίδιά μας; Πρόσθεσε ο Ζωρζ.
Ο Μαρσέλ όμως ήταν μεγαλύτερος κι είχε ένα πολύ ανεπτυγμένο αίσθημα ευθύνης.
Κούνησε το κεφάλι του:
-Όχι δεν είναι σωστό. Αυτές οι ζωγραφιές πρέπει να είναι πολύ σπουδαίες και δεν επιτρέπεται να τις κρατήσουμε για τον εαυτό μας. Όμως πώς να πάμε στον κόμη; Θα μας δεχτεί, άραγε; Ο Μαρσέλ έξυσε το κεφάλι του και ξαφνικά το πρόσωπό του φωτίστηκε. Ξέρω σε ποιόν θα το πούμε! Στον κύριο Λαβάλ!
-Στον δάσκαλό μας; ρώτησε μ΄ αμφιβολία ο Ζακ. Μα ναι, έχει δίκιο! Ο κύριος Λαβάλ κάνει σαν τρελός για όλα τα προϊστορικά. Θα ξέρει να μας συμβουλέψει, σίγουρα.
Ο κύριος Λεόν Λαβάλ είχε καβατσάρει προ πολλού τα πενήντα. Όμως όταν οι τέσσερις μαθητές του ήρθαν και τον βρήκαν στο λιτό του σπιτάκι για να του αναγγείλουν την ανακάλυψή τους, το πρώτο πράγμα που τους ζήτησε ήταν να τον πάνε στην σπηλιά.
-Μα δεν νομίζω πως θα χωρέσετε να περάσετε, έκανε διστακτικός ο Ζακ. Η τρύπα είναι πολύ στενή.
-Δε με νοιάζει καθόλου! Δήλωσε ο κύριος Λαβάλ. Αν είναι να δω αυτές τις βραχογραφίες με τα ζώα που μου λέτε, δε με νοιάζει κι αν δεν μπορέσω να ξαναβγώ και δεν ξαναδώ το φως της ημέρας. Πάμε! φώναξε και ξεκίνησε για το λόφο του Λασκό με μεγάλα βήματα.
Με τη βοήθεια των παιδιών κατάφερε να χωθεί στο στενό άνοιγμα και ζορίστηκε μέσα από το σκοτεινό διάδρομο, μα όταν ο Μαρσέλ σήκωσε τη λάμπα να φωτίσει τα πρώτα άλογα, το μόνο που μπόρεσε να κάνει ο κύριος Λαβάλ ήταν να βγάλει ένα επιφώνημα έκπληξης και θαυμασμού.

-Θεέ μου! Μα πρόκειται για αριστούργημα!
-Δίκιο είχαμε, κύριε Λαβάλ, που ήρθαμε και σας το είπαμε; ρώτησε ο Ζωρζ.
Ο κύριος Λαβάλ κούνησε μόνο το κεφάλι του γιατί είχε χάσει τη φωνή του. Τελικά την ξαναβρήκε:
-Δίκιο είχατε, παιδιά. Αυτό που βλέπω είναι συνταρακτικό.
Είναι αριστουργηματικό! Παιδιά, να μην πείτε λέξη σε κανένα προτού γίνουν μερικές διαδικασίες. Πρώτα απ΄ όλα θ΄ ενημερώσω τον κόμη κι έπειτα θα καλέσω κάποιο ειδικό.
-Ποιόν ειδικό; ρώτησε καχύποπτα ο Μαρσέλ.
-Τον αββά Μπρέιγ. 
-Έναν παππά! Μα τι δουλειά έχει αυτός εδώ!
Ο δάσκαλος κοίταξε το Μαρσέλ επιτιμητικά.
-Δεν πρόκειται για έναν οποιονδήποτε παππά, παιδί μου. Ο αββάς Μπρέιγ είναι μια αυθεντία στα θέματα της προϊστορίας. Σ΄ αυτόν οφείλεται ότι κατάλαβε το μεγάλο λάθος του ο Εμίλ Καρταγιάκ στην υπόθεση της σπηλιάς της Αλταμίρα.
-Σπηλιά της Αλταμίρα; ρώτησε ο Ζακ. Τι σόι σπηλιά είναι αυτή;
-Μια σπηλιά με ωραιότατες βραχογραφίες, που μερικές ξεπερνούν από καλλιτεχνική άποψη και τούτες εδώ. Μ΄ αυτή είναι άλλη ιστορία  * ( Η ιστορία αυτή δημοσιεύτηκε στη <<Συνεργασία>> το καλοκαίρι του 1997). Εκείνο που μ΄ απασχολεί τώρα είναι να ειδοποιήσουμε τον αββά να έρθει εδώ και να μας πει τη γνώμη του. Όμως αυτό δεν θα είναι και τόσο εύκολο.
Ο κύριος Λαβάλ είχε δίκιο. Ήταν, όπως είπαμε, η κατοχή και δεν ήταν καθόλου εύκολο να ειδοποιηθεί ο αββάς κι ακόμα πιο δύσκολο να έρθει, γιατί οι συγκοινωνίες δε λειτουργούσαν καθόλου τακτικά.

Ο αββάς Μπρέιγ έφτασε τελικά εννιά μέρες μετά την ανακάλυψη της σπηλιάς. Φορούσε, όπως πάντα το μπερέ του, και κουβαλούσε μια βαλίτσα γεμάτη με ρούχα και σύνεργα απ΄ αυτά που χρησιμοποιούν οι σπηλαιολόγοι.
Ο αββάς έμεινε εκστατικός όταν αντίκρισε τις βραχογραφίες.
Δεν μπορεί να υπάρχει καμιά αμφιβολία για την γνησιότητά τους, μιλούσε μόνος του καθώς προχωρούσε από τη μια εικόνα στην άλλη. Άλογα που ζούσαν εδώ την εποχή των παγετώνων, βίσονες, αγριόταυροι που έχουν εκλείψει προ πολλού, τάραντοι που κατοικούν σήμερα πολύ βορειότερα, όλα αυτά τα ζώα έχουν ζωγραφιστεί εκ του φυσικού. Ο καλλιτέχνης όχι μόνο τα είχε δει αυτά τα ζώα, αλλά τα είχε παρατηρήσει από κοντά και έχει μελετήσει τις κινήσεις τους.
-Ελάτε να σας δείξω κάτι ακόμα, πάτερ, είπε ο Μαρσέλ.
Είναι κάτι που μου φαίνεται πολύ παράξενο.

Τον οδήγησε σ΄ εκείνη τη στοά που κατέληγε στο φρέαρ. Ο αββάς πρόσεξε πως η οροφή σ΄ αυτό το σημείο δημιουργούσε ένα θόλο γεμάτο χαραγμένα ζώα που ήταν σχεδόν κρυμμένα κάτω από γρατσουνιές και ορνιθοσκαλίσματα, που βρίσκονταν τόσο ψηλά που δεν μπορούσε να τα είχαν κάνει άνθρωποι που στέκονταν από κάτω στο δάπεδο, παρά μόνον αν ήταν ανεβασμένοι σε σκάλες.
-Πρέπει να κατέβουμε κάτω, είπε τ΄ αγόρι δείχνοντας στον Μπρέιγ ένα σκοινί. Προσδεθείτε, πάτερ, γιατί η <<κρύπτη>>, όπως την είπαμε, βρίσκεται αρκετά βαθιά. Κι όταν φτάσανε κάτω έριξε τον κώνο του φωτός του πάνω στην παράσταση με τον ξαπλωμένο άνθρωπο. Μπορείτε να μου εξηγήσετε τι μπορεί να σημαίνει αυτή η ζωγραφιά;
Ο αββάς κοίταξε έκπληκτος τον άνθρωπο με το πουλίσιο κεφάλι και το μπαστούνι με το πουλί. Άνοιξε τα χέρια του με μια κίνηση αδυναμίας.
-Το πιο λογικό είναι να πούμε ότι πρόκειται για μια σκηνή κυνηγιού. Ο κυνηγός τραυμάτισε θανάσιμα το βίσονα και σκοτώθηκε ο ίδιος από έναν περαστικό ρινόκερο. Ακόμα και σήμερα οι ρινόκεροι δε φημίζονται για το καλό τους χαρακτήρα. Δε βλέπουν καλά και πολλές φορές επιτίθενται σε ό,τι κινείται.
-Και το μπαστούνι με το πουλί;
-Πρέπει να είναι εξοκοντιστής. Ένας εξοκοντιστής για δόρατα. Την εποχή εκείνη τα χρησιμοποιούσαν για να ρίχνουν το δόρυ που έτσι πήγαινε πιο μακριά.
-Το βλέπεις το δόρυ; Εκεί, κάτω από την κοιλιά του βίσονα. Μ΄ αυτό έχει τραυματίσει ο κυνηγός το βίσονα.
-Και γιατί έχει ο άνθρωπος κεφάλι πουλιού;
Ο αββάς δεν απάντησε αμέσως σαν να βρέθηκε σε αμηχανία. Ύστερα είπε:
-Δεν ξέρω. Ίσως πρόκειται για κάποια μαγική φιγούρα, κάποιο σαμάνο, ένα μάγο δηλαδή. Πριν από πολλά χρόνια, το 1914, τον καιρό του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, οι τρεις γιοι του κόμητα Μπεγκέν, που ήταν καθηγητής της αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Τουλούζης, ανακάλυψαν μια σπηλιά με προϊστορικά ευρήματα. Η σπηλιά ονομάστηκε προς τιμή τους Les Trois Freres, δηλαδή Οι Τρεις Αδελφοί. Κι εκεί μέσα βρέθηκε η εικόνα του <<Μάγου>>, ενός όντος μαγικού με κέρατα ελαφιού στο κεφάλι, ουρά αλόγου, αυτιά λύκου και τα στρογγυλά μάτια της κουκουβάγιας, μα με πόδια ανθρώπου. Μάλλον, όπως φαίνεται, απεικονίζει το μάγο της φυλής ντυμένο με την επίσημη στολή του. Κι αυτός ο ξαπλωμένος άνθρωπος με το πουλίσιο κεφάλι ίσως να είναι σαμάνος που παίρνει μέρος σε κάποια μαγική τελετή.

Ο αββάς έσκυψε ξαφνικά και βάλθηκε να σκάβει με το χέρι του το χώμα που κάλυπτε το δάπεδο. Με μια μικρή προσπάθεια ελευθέρωσε μια πλακουτσωτή μαυρισμένη από τον καπνό πέτρα μ΄ ένα βαθούλωμα στη μια της πλευρά. Την έδωσε να την κρατήσει ο Μαρσέλ κι έσκυψε να βγάλει μια άλλη.
-Αυτές οι πέτρες έχουν χρησιμεύσει σαν λυχνάρι, είπε.
-Λυχνάρια; ρώτησε ο Ζακ. Ο ζωγράφος τα είχε δηλαδή να του φέγγουν την ώρα που ζωγράφιζε αυτή την εικόνα.
Ο αββάς κούνησε αρνητικά το κεφάλι κι έσκυψε πάλι για να ξεσκάψει ένα άλλο λυχνάρι.
-Δε το πιστεύω. Όταν γίνουν κανονικές ανασκαφές σ΄ αυτή την κρύπτη, σίγουρα θα βρεθούν πολλά λυχνάρια ακόμα. Όχι, νομίζω ότι εδώ γίνονταν κάποιες μαγικές ή θρησκευτικές τελετές και οι άνθρωποι προσέρχονταν μ΄ ένα αναμμένο λυχνάρι στο χέρι. Τι ήταν αυτές οι τελετές, σε τι πίστευαν οι προϊστορικοί άνθρωποι δε θα το μάθουμε ποτέ. Μην ξεχνάτε ότι από τότε που εικονογραφήθηκε το σπήλαιο του Λασκό πέρασαν πάνω κάτω 15.000 χρόνια. Αν σκεφτούμε πως μας είναι σε πολλά ξένη ακόμα και η νοοτροπία των ανθρώπων του Μεσαίωνα, που χρονικά δεν απέχει και τόσο πολύ από την εποχή μας, τι πρέπει να υποθέσουμε για τον τρόπο σκέψης των ανθρώπων της παλαιολιθικής εποχής; Σίγουρα διέφερε πολύ από το δικό μας. Μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε ως προς τις δοξασίες τους και είναι φυσικό να έχει ο κάθε επιστήμονας τις δικές του απόψεις. Όμως μας άφησαν αυτά τα αριστουργήματα που ακόμα και οι σύγχρονοι ζωγράφοι θα δυσκολεύονταν να μιμηθούν την τελειότητα και τη ζωντάνια τους και θα μείνουν για πάντα ως οι πρώτοι δημιουργοί στην ιστορία της τέχνης. Κι αυτό να μην το ξεχάσετε ποτέ.

Μόλο που ως σήμερα έχουν ανακαλυφθεί περισσότερα από 100 εικονογραφημένα σπήλαια, η σπηλιά του Λασκό παραμένει ένα από τα σπουδαιότερα. Έχει αξιοποιηθεί τουριστικά με μεγάλες θύρες και σκάλες κι ο Μαρσέλ κι ο Ζακ έγιναν ξεναγοί και φύλακές της. Οι θαυμάσιες βραχογραφίες κινδύνεψαν ν΄ αφανιστούν από την <<πράσινη ασθένεια>> που την προκάλεσε μια άλγη, ένα είδος φυτικού πλαγκτόν. Η άλγη αυτή τρεφόταν με βακτηρίδια που είχαν κουβαλήσει μαζί τους οι τουρίστες καθώς επισκέφτονταν κατά εκατοντάδες τη σπηλιά, αλλά κι εδώ κάνανε το θαύμα τους τα αντιβιοτικά και οι ανεκτίμητες βραχογραφίες σώθηκαν για να μας μαρτυρούν για πάντα το υψηλό καλλιτεχνικό επίπεδο όπου είχε φτάσει ο προϊστορικός πρόγονός μας.

Περιοδικό «Συνεργασία» Τεύχος 31, Φθινόπωρο 1997, σελ.40-45

Κάντε κλικ για μεγέθυνση Κάντε κλικ για μεγέθυνση Κάντε κλικ για μεγέθυνση Κάντε κλικ για μεγέθυνση


Μετάβαση στην κορυφή της σελίδας

Separator
Αλταμίρα, η ιστορία μιας σπηλιάς


Ο Μοντέσιο Κουμπίγιας Πέρες ήταν μανιώδης κυνηγός. Με την καραμπίνα στον ώμο περιδιάβαζε μέρες ολόκληρες τους λόφους του Σανταντέρ, στα βόρεια παράλια της Ισπανίας που τα βρέχει ο Ατλαντικός Ωκεανός. Ο κυνηγητικός του σκύλος τον ακολουθούσε πιστά όπου κι αν πήγαινε και σ’ αυτόν χρωστούσε ο Κουμπίγιας  ότι επέστρεφε πάντα με θηράματα περασμένα στο ζωνάρι του.
Εκείνη τη μέρα του 1868, ο σκύλος του είχε ξεσηκώσει από το λαγούμι της μία αλεπού κα έτρεχε ξωπίσω της γαβγίζοντας δυνατά.  Ο Κουμπίγιας προσπαθούσε να μη μείνει πίσω, μα όσο κι αν πάσχιζε δε μπορούσε να προλάβει τα δύο γοργοπόδαρα ζώα. Και ξαφνικά το αλύχτισμα του σκύλου σταμάτησε. Τέντωσε τα μάτια του ο κυνηγός μα το μόνο που μπόρεσε να ξεχωρίσει ήταν η φουντωτή ουρά της αλεπούς να χάνεται πίσω από τα βράχια.

Απορημένος ο Κουμπίγιας φώναξε το σκυλί. Στην αρχή δεν πήρε απάντηση. Ύστερα τον άκουσε να γαβγίζει παραπονιάρικα κάπου κοντά. Ο κυνηγός έριξε μια ματιά ολόγυρα αλλά και πάλι δεν τον είδε πουθενά. ¨Όμως ο σκύλος εξακολουθούσε να κλαψουρίζει και να παραπονιέται, μα η φωνή του ακουγόταν κάπως υπόκωφη, πνιχτή.
Ο κυνηγός την ακολούθησε. Λίγο πιο πέρα, μπροστά του, βρίσκονταν κάμποσες μεγάλες πέτρες, στοιβαγμένες σε σωρό. Κι όταν τις πλησίασε άκουσε καθαρά το γάβγισμα να έρχεται από κάτω τους.
Ο Κουμπίγιας έσκυψε. Ανάμεσα σε δύο κοτρόνες μαύριζε μια στενή τρύπα. Πώς τα κατάφερε να πέσει μέσα ο σκύλος ήταν ένα μυστήριο. Και το κακό ήταν πως δεν τα κατάφερε να βγει. Ο άντρας προσπάθησε να μετατοπίσει την πέτρα, αλλά εκείνη, θαρρείς, είχε ριζώσει στο χορταριασμένο έδαφος. Μόνο με μεγάλο κόπο μπόρεσε να τη σπρώξει αρκετά για να βγει από μέσα ο σκύλος, βρώμικος, γεμάτος χώματα, κλαίγοντας από τη χαρά του.

Ο Κουμπίγιας έσκυψε πάνω από την τρύπα. Στο πρόσωπο του χτύπησε ένας ψυχρός αέρας. Το σκοτάδι εκεί κάτω ήταν απόλυτο. Έριξε μια πετρούλα. Από το θόρυβο που έκανε πέφτοντας, κατάλαβε ότι εκεί βρισκόταν μια σπηλιά. Δεν έδωσε καμιά σημασία στη σπηλιά ο κυνηγός. Ολόκληρη η περιοχή ήταν γεμάτη μ’ αυτές και μια παραπάνω δεν σήμαινε τίποτα. Κι έτσι δεν ανέφερε την ανακάλυψή της στον ιδιοκτήτη της περιοχής, ένα Ισπανό ευγενή, τον Μαρσελίνο ντε Σαουτουόλα, παρά μερικά χρόνια αργότερα.
Ο δον Μαρσελίνο ήταν νέος και ενδιαφερόταν για την προϊστορία, μια επιστήμη, που εκείνη την εποχή, ήταν σχετικά καινούργια. Η σπηλιά βρισκόταν στα κτήματα του, αρκετά κοντά στον πύργο, και καθώς σύμφωνα με την αναφορά του κυνηγού, πρέπει να είχε μείνει κλειστή για πολλά χρόνια, αποφάσισε να την ερευνήσει. Κι έτσι την επισκέφτηκε για πρώτη φορά το 1875 και μπήκε σ’ όλους τους διαδρόμους της. Στο χώμα του δαπέδου είδε κόκαλα από κάποια ζώα, που όπως ήξερε, είχαν ζήσει στην Ευρώπη την εποχή των παγετώνων. Στον πέμπτο διάδρομο, αντίκρισε στον τοίχο, κάπου δυο πόδια πάνω από το έδαφος, μερικά σκίτσα από ζώα, μα δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Και ίσως δεν θα έκανε άλλη επίσκεψη στη σπηλιά αν δεν τύχαινε να επισκεφτεί το 1878 την Παγκόσμια Έκθεση του Παρισιού. Αυτή η έκθεση ήταν γεγονός που είχε τεράστια σημασία για την ευρωπαϊκή επιστήμη. Ένα τμήμα της ήταν γεμάτο με γυάλινες προθήκες όπου ο δον Μαρσελίνο είδε εκτιθεμένα λίθινα όπλα και εργαλεία της εποχής των παγετώνων και κόκαλα όπου ήταν σκαλισμένα με μεγάλη τέχνη παραστάσεις από διάφορα ζώα. Και τότε του ήρθε η σκέψη πως ίσως αυτή η σπηλιά που ανακαλύφθηκε πρόσφατα στα κτήματα του να έκρυβε παρόμοιους θησαυρούς.

Πριν ξεκινήσει όμως ο δον Μαρσελίνο έκανε κάτι το πολύ σωστό. Ζήτησε από γνωστό Γάλλο αρχαιολόγο να τον κατατοπίσει σχετικά την εποχή των παγετώνων, τις διάφορες βαθμίδες της τέχνης, τα πέτρινα εργαλεία και τα σκαλισμένα κόκαλα. Κι αφού πήρε μερικά μαθήματα, ο Ισπανός ευγενής έσπευσε να επιστρέψει στον πύργο του για να επισκεφτεί ξανά τη σπηλιά. Το ημερολόγιο έγραφε 1897, μια χρονολογία που έγινε ένας οριακός σταθμός στην ιστορία της ανθρωπότητας.
Ήταν κιόλας μερικές φορές που ο δον Μαρσελίνο επισκεφτόταν την Αλταμίρα, όπως ονομάστηκε η σπηλιά γιατί βρισκόταν κάτω από μια παλιά αγροικία που λεγόταν Αλταμίρα, δηλαδή ‘θαυμαστή Θέα από ψηλά’. Η σπηλιά, σχετικά, δεν ήταν μεγάλη. Έφτανε μόλις τα 270 μέτρα σε μάκρος. Το κακό όμως ήταν πως ήταν πολύ χαμηλοτάβανη, τόσο χαμηλοτάβανη που ένας άντρας δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος. Το ύψος της σε ορισμένα σημεία δεν ξεπερνούσε τα 1,10 μέτρα.

Η εννιάχρονη κόρη του Σαουτουόλα, η Μαρία, περίεργη καθώς άκουγε να μιλούν συνέχεια για τη σπηλιά, παρακαλούσε κάθε φορά τον πατέρα της να την πάρει μαζί του, μα εκείνος δεν δεχόταν  με κανένα τρόπο.
- Είναι πολύ βρώμικα εκεί θα λασπώσεις το όμορφο φουστανάκι σου, της έλεγε.
- Δεν θα το λερώσω, μπαμπά, απαντούσε η Μαρία. Λες να βάλω το καλό μου φόρεμα για να πάω στη σπηλιά; Θα φορέσω το πιο παλιό που έχω.
- Όχι κορίτσι μου, έχει σκοτάδια εκεί και θα τρομάξεις.
- Μα αφού θα είμαι μαζί σου, μπαμπά!
Όμως ο δον Μαρσελίνο έμενε ανένδοτος. Τα κορίτσια από το σπίτι δεν έχουν καμία δουλεία στα χώματα και στις σπηλιές. Εκείνη τη μέρα όμως η Μαρία βρήκε τον πατέρα της στις καλές του.
- Ντύσου, της είπε προτού προλάβει καν να ανοίξει το στόμα της. Φεύγω σε μισή ώρα.
Και έτσι η Μαρία βρέθηκε στη σπηλιά. Ο πατέρας της άρπαξε αμέσως ένα κοπίδι για να σκάψει το δάπεδο. Η λάμα βρήκε κάτι σκληρό και ο δον Μαρσελίνο, που είχε μάθει πια πως αυτή η δουλειά θέλει μεγάλη υπομονή και προσοχή, απορροφήθηκε τελείως.
Και η Μαρία βρήκε την ευκαιρία να προχωρήσει μόνη της. Έφυγε από τον προθάλαμο όπου δούλευε ο πατέρας της και προχώρησε. Κρατούσε το φανάρι ψηλά για να βλέπει τι βρισκόταν μπροστά της. Δεν προχώρησε παρά ελάχιστα μέτρα και είδε να ξανοίγεται μπροστά ένας μεγάλος και σκοτεινός θάλαμος. Σήκωσε λίγο το φανάρι και τρομαγμένη έκανε πίσω.

Στη χαμηλή οροφή διαγραφόταν κάτι κόκκινο, κόκκινο σαν το αίμα. Τι γύρευε αυτό το πράγμα σε μια σπηλιά και μάλιστα στο ταβάνι της; Μα η Μαρία ήταν ένα γενναίο κορίτσι. Δεν έβαλε τις φωνές να καλέσει τον μπαμπά της, ούτε και γύρισε να φύγει τρέχοντας. Πήρε μια ανάσα και μόνο που έτρεμε από μέσα της, άπλωσε το χέρι με το φανάρι και κοίταξε την οροφή. Και τότε είδε! Είδε πως η οροφή ως εκεί που έφτανε το μάτι της ήταν σκεπασμένη με ζώα. Μεγάλα, κόκκινα ζώα, πλαγιασμένα και όρθια που κουνιόνταν και σάλευαν, γεμάτα ζωή, στο τρεμάμενο φως του αδύναμου φαναριού της. Ξεχώριζαν ανάγλυφα πάνω στις προεξοχές της βράχινης οροφής. Πόσα ήταν άραγε; Σίγουρα πάρα πολλά γιατί απλώνονταν  ως εκεί όπου έφτανε η ακτίνα φωτός και πρέπει να συνεχίζονταν και πιο πέρα, μέσα στο σκοτάδι. Και καθώς τα κοίταζε κατάλαβε ξαφνικά ότι τα μάτια της την είχαν γελάσει, ότι αυτά τα κόκκινα ζώα δεν ήταν ζωντανά, πως ήταν ζωγραφισμένα.

Η Μαρία, που τώρα είχε υπερνικήσει το φόβο της, στάθηκε με τα μάτια ορθάνοιχτα, προσπαθώντας να καταλάβει τι παρίσταναν αυτές οι ζωγραφιές. Συγκέντρωσε την προσοχή στη μια που βρισκόταν ακριβώς από πάνω της. Το ζώο στεκόταν όρθιο πάνω στα τέσσερα καλλίγραμμα μα γερά πόδια του. Το σώμα ήταν συμπαγές και ρωμαλέο και κατέληγε σε ένα επιβλητικό κεφάλι. Και πάνω σε αυτό το κεφάλι ξεχώριζε δύο μυτερά κέρατα, στραμμένα προς τα μπρος, έτοιμα, θαρρείς, για επίθεση. Η Μαρία δεν ήταν μια Ισπανίδα άξια της καταγωγής της, αν δεν καταλάβαινε αμέσως τι ήταν αυτό το ζώο. Δεν στάθηκε ούτε ένα λεπτό παραπάνω. Έτρεξε αμέσως στον πατέρα της που συνέχιζε να σκάβει το χώμα που μαζευόταν επί χιλιετηρίδες στο δάπεδο του διαδρόμου.
- Μπαμπά, μπαμπά! Φώναξε. Έλα γρήγορα! Εκεί, στο ταβάνι, είναι ένα ολόκληρο κοπάδι από ταύρους.
- Μα τι λες εκεί, παιδί μου! Που τους βρήκες τους ταύρους εδώ στη σπηλιά!

Η Μαρία όμως δεν κρατιόταν.
- Έλα, μπαμπά! Του φώναξε πάλι και τον έπιασε από το χέρι για να την ακολουθήσει. Ο Σαουτουόλα δεν μπόρεσε να χαλάσει το χατίρι της κόρης του. Άλλωστε σίγουρα κάτι είχε δει που άξιζε το κόπο να το δει και εκείνος. Την ακολούθησε σκυφτός για να μην χτυπήσει το κεφάλι του στις προεξοχές του βράχου από πάνω του.
- Κοίτα, μπαμπά! Είπε υπερήφανα η Μαρία και έριξε το φως του φαναριού της στη χαμηλή οροφή. Ο δον Μαρσελίνο κοίταξε και η αναπνοή του κόπηκε. Τα μάτια αντίκρισαν ένα άλλο μάτι. Αυτό που τον άφησε εμβρόντητο ήταν η έκφραση του, η έκφραση του απέραντου φόβου μπροστά στο θάνατο. Το μάτι ανήκε σε ένα πελώριο κοκκινωπό ζώο, ξαπλωμένο στο πλευρό με τα πόδια τραβηγμένα κάτω από τη κοιλιά. Το ζώο πέθανε και ο άγνωστος ζωγράφος είχε συλλάβει τέλεια την επιθανάτια αγωνία του.
- Είναι Βίσονας, κατάφερε τελικά να ψελλίσει και ρίχνοντας μια ματιά στην οροφή πρόσθεσε: Ένα ολόκληρο κοπάδι από Βίσονες. Θεέ μου, μα πρόκειται για αριστουργήματα. Ποιος μπορούσε να φανταστεί πως άνθρωποι που ζήσανε πριν από τόσες χιλιάδες χρόνια ήταν τόσο μεγάλοι καλλιτέχνες! Το πρώτο που έκανε ο δον Μαρσελίνο ήταν να καλέσει το φίλο του, το καθηγητή γεωλογίας στο πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, τον δον Χουάν ντε Βιλανόβα ύ Πιέρα, να επισκεφτεί το σπήλαιο. Ο Βιλανόβα ήρθε μόνο που η είδηση του Σαουτουόλα για την ανεύρεση έγχρωμων βραχογραφιών σε μια σπηλιά του φάνηκε απίθανο. Έως τα τότε είχαν βρεθεί μερικές παραστάσεις ζώων σκαλισμένες σε κόκαλα, αλλά χρωματιστές εικόνες σε τοιχώματα σπηλιών ποτέ. Όταν όμως μπήκε στη σπηλιά έμεινε άναυδος. Γονάτισε για να δει τις βραχογραφίες που τα χρώματα τους φάνταζαν ολόφρεσκα μόνο που είχαν περάσει τόσους αιώνες από τη δημιουργία τους, τις άγγιξε και με το δάχτυλο και βρήκε τα χρώματα λιπαρά.
- Μα πρόκειται για θαύμα, είπε. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν μεγάλοι καλλιτέχνες!
- Είσαι, δηλαδή σίγουρος, απολύτως σίγουρος. πως είναι έργα των προϊστορικών ανθρώπων;
- Και βέβαια, απάντησε με έμφαση ο Βιλανόβα. Ποιος άλλος μπορούσε να τα ζωγραφίσει; Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η σπηλιά ήταν φραγμένη ερμητικά για χιλιάδες χρόνια. Και αποκλείω, πως τώρα, στα λίγα χρόνια αφότου ανακαλύφθηκε, μπήκε μέσα κάποιος και τα ζωγράφισε. Από μπορούν να ξέρουν οι ντόπιοι κάτοικοι πως έμοιαζε ένας Βίσονας; Οι Βίσονες δεν υπάρχουν πια στην Ισπανία και δεν έχουμε εδώ μονάχα Βίσονες. Είναι και άλλα ζώα ζωγραφισμένα στην οροφή που έχουν χαθεί πριν από χιλιάδες χρόνια. Για παράδειγμα, αυτά τα μικρόσωμα άλογα είναι πρωτόγονα και έχουν εξαφανιστεί από την Ευρώπη εδώ και αιώνες. Όχι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι έργα ανθρώπων που ήταν σύγχρονοι με αυτά τα ζώα, που τα παρατηρούσαν από κοντά και ήξεραν τις συνήθειες τους. Για να είμαστε εντελώς σίγουροι, λέω να ρωτήσουμε όλους τους ανθρώπους του χωριού. Αν κάποιος από αυτούς είναι ζωγράφος, δε θα το κρύψει όταν καταλάβει ότι βρίσκουμε καλό το έργο του. Απεναντίας θα καμαρώνει.
Αλλά όπως το είχε προβλέψει ο Βιλανόβα κανένας από το χωριό ούτε κι από τα περίχωρα όχι μόνο δε ζωγραφίζει όχι μόνο δε ζωγραφίζει αλλά ούτε καν είχε δει τις βραχογραφίες στα μάτια του. 

Και η είδηση για την ανακάλυψη άρχισε να κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα. Ο δον Μαρσελίνο, με τη βοήθεια του Βιλανόβα, έκανε μια διάλεξη για το θαύμα της Αλταμίρα στην πρωτεύουσα της επαρχίας του , το Σανταντέρ. Έβγαλε κι ένα μικρό βιβλίο με τον τίτλο ‘Σύντομες σημειώσεις σχετικά με τα προϊστορικά αντικείμενα της επαρχίας Σανταντέρ’. Οι εφημερίδες ανήγγειλαν την ανακάλυψη με πηχυαίους τίτλους και δημοσίευσαν την φωτογραφία της μικρής Μαρίας. Χιλιάδες άνθρωποι ήρθαν να επισκεφθούν τη Σπηλιά. Ανάμεσά τους και ο βασιλιάς της Ισπανίας Αλφόνσος ο δωδέκατος, που αναγκάστηκε να σκύψει το βασιλικό του κεφάλι για να αντικρίσει το μάτι του ετοιμοθάνατου Βίσονα. Ήταν ένας πραγματικός θρίαμβος. Δεν κράτησε όμως για πολύ.
Σε λίγους μήνες στη Λισσαβόνα της Πορτογαλίας γινόταν ένα προϊστορικό συνέδριο.
-Πρέπει να πάμε κι εμείς, ειδοποίησε ο Βιλανόβα τον Σαουτουόλα. Εκεί θα μαζευτούν τα μεγαλύτερα ονόματα. Φαντάσου τι έχει να γίνει όταν θα κάνεις την ανακοίνωση σχετικά με τις βραχογραφίες στην Αλταμίρα.
Και πραγματικά στο συνέδριο ήρθανε οι πιο γνωστοί επιστήμονες που ασχολούνταν με την προϊστορία. Κατέφθασαν από την Αγγλία, από τη Γαλλία, τη Γερμανία, τη Σουηδία, τη Νορβηγία και άλλες χώρες. Ανάμεσά τους ήταν ο Ρούντολφ Βίρχοφ από το Βερολίνο κι ο Εμίλ Καρταγιάκ από την Τουλούζ που θεωρούνταν από τα μεγαλύτερα μυαλά σ’ αυτόν το κλάδο. Ο Σαουτουόλα μίλησε, ο Βιλανόβα παρουσίασε τα αντίγραφα των βραχογραφιών που είχε ζωγραφίσει ο ίδιος.

Όμως η εντύπωση που έκανε δεν ήταν αυτή που περίμεναν. Οι διάσημοι επιστήμονες σήκωσαν μόνο τους ώμου τους  και κούνησαν με σκεπτικισμό τα κεφάλια τους. Κανένας τους δεν παραδεχόταν ότι οι εικόνες που έβλεπαν μπορούσαν να είχαν γίνει πιο παλιά από είκοσι χρόνια.
Ο Εμίλ Καρταγιάκ δήλωσε αποφασιστικά ότι οι άνθρωποι της εποχής των παγετώνων δεν ήταν σε θέση να δημιουργήσουν με τα πρωτόγονα εργαλεία του σ έργα που είναι τουλάχιστον εφάμιλλα των έργων των Γάλλων  ιμπρεσιονιστών και αρνήθηκε κατηγορηματικά να πάει στην Αλταμίρα για να μελετήσει τις αμφισβητούμενες παραστάσεις, ενώ ο Άγγλος Λούμποκ θερμός οπαδός  της θεωρίας του Δαρβίνου, έφτασε στο σημείο να αμφισβητήσει τη γνησιότητα των βραχογραφιών.
Άδικα υπερασπιζόταν  την ανακάλυψή του ο Σαουτουόλα, άδικα προσπαθούσε ο Βιλανόβα να αποδείξει στους συνέδρους ότι διαπίστωσε ιδίοις όμμασι ότι οι βραχογραφίες ανήκανε στην παλαιολιθική εποχή. Κανένας δεν πειθόταν στα λόγια τους. Ακόμα και το κύρος του Βιλανόβα ως διάσημου καθηγητή δεν έπαιξε κανένα ρόλο.
Μα η χαριστική βολή ήρθε όταν ένας Γάλλος επιστήμονας ανέφερε ότι είχε μάθει πως ο Δον Μαρσελίνο φιλοξενούσε στον πύργο του ένα πολύ προικισμένο Γάλλο ζωγράφο…Τότε ήταν που στην αίθουσα ξέσπασε το πανδαιμόνιο. Όλοι οι σύνεδροι σηκώθηκαν όρθιοι και κουνούσαν τα χέρια τους. ‘΄Απατεώνα! Κλέφτη! Παραχαράκτη!’ ακούστηκαν φωνές. Ο Γερμανός Βίρκο κουνούσε μόνο το κεφάλι του Ήταν κάτι που το είχε υποπτευθεί από την αρχή.
Κι έτσι τέλειωσε το συνέδριο της Λισσαβόνας. Ο Βιλανόβα και ο Σαουτουόλα επέστρεψαν στην πατρίδα τους νικημένοι και ντροπιασμένοι. και το χειρότερο ήταν  ότι οι ισπανικές εφημερίδες  που ως τότε ανέβαζαν τον Σαουτουόλα στους ουρανούς, του ρίχτηκαν κατηγορώντας τον για εξαπάτηση του κοινού, λέγοντας ευθέως πως ο φιλοξενούμενος του ζωγράφος ήταν εκείνος  που είχε συνεργαστεί μαζί του στην απάτη Κι όταν ο ζωγράφος δήλωσε, γραπτά μάλιστα, δεν τον πίστεψε, φυσικά, κανένας. Παρ’ όλη την απογοήτευση του ο δον Μαρσελίνο ήταν αποφασισμένος να συνεχίσει τον αγώνα του. Ο φίλος του ο ζωγράφος που δίχως να φταίει σε τίποτα βρέθηκε μπλεγμένος στην υπόθεση του στάθηκε σύμμαχος. Όταν του έδειξε τις βραχογραφίες ο Σαουτουόλα ο ζωγράφος που δεν ήξερε τίποτα για την προϊστορική τέχνη, μόλις αντίκρισε τους κόκκινους Βίσονες, αναφώναξε πως κι ο πιο ανίδεος θα έπρεπε να καταλάβει από την πρώτη ματιά ότι πρόκειται για μια τέχνη που δεν έχει καμία σχέση με αυτές που μας είναι γνωστές.
Ο Σαουτουόλα τον παρακάλεσε να τον βοηθήσει μ’ ένα βιβλίο που σκόπευε να γράψει και να κάνει αντίγραφα των βραχογραφιών. Ο ζωγράφος δέχτηκε και το βιβλίο κυκλοφόρησε. Οι εικόνες μιλούσαν από μόνες τους, όμως στην Αλταμίρα είχε κολλήσει η φήμη της παραποίησης και της απάτης κι ο κόσμος δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον. Ο δον Μαρσελίνο πήρε το βιβλίο του και πήγε σ’ ένα συνέδριο που γινόταν στην Αλγερία. Ο Καρταγιάκ τον απέπεμψε. Το 1883 έστειλε το βιβλίο του στο Βερολίνο όπου γινόταν ένα προϊστορικό συνέδριο, πάλι με τη συμμετοχή μεγαλυτέρων επιστημόνων απ’ όλον τον κόσμο. Ο Βίρχοφ δεν του έστειλε καν πρόσκληση και το θέμα της Αλταμίρα δεν συζητήθηκε καθόλου. Τα ίδια έπαθε και στο Παρίσι.

Ο δον Μαρσελίνο πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του σε απομόνωση καθώς του είχε μείνει το όνομα του απατεώνα και του παραχαράκτη. Έφραξε την είσοδο της σπηλιάς με μια σιδερένια πόρτα που δεν άνοιγε πια για το κοινό. Μα για ποιόν θα άνοιγε αφού όλος ο κόσμος είχε ξεχάσει την Αλταμίρα; Πέθανε το 1888 σε ηλικία μόλις 57 ετών  χωρίς να δικαιωθεί. Το ίδιο και ο υποστηρικτής του ο Βιλανόβα που είχε μοιραστεί την ατίμωση μαζί του.
Πέρασαν πάνω από 20 χρόνια από το μοιραίο συνέδριο της Λισσαβόνας. Στο μεταξύ είχαν γίνει αρκετές σημαντικές ανακαλύψεις. Σε μία σπηλιά βρέθηκαν σκαλίσματα πάνω σε οστά όπου είχαν μείνει χρώματα. Όμως οι επιστήμονες συνέχισαν ν’ απορρίπτουν την ιδέα πως ο άνθρωπος της εποχής των παγετώνων ήταν ικανός να ζωγραφίσει τόσο μεγάλα και σπουδαία έργα όπως τις βραχογραφίες στην οροφή της Αλταμίρα.

Και τότε ήρθε και βρήκε τον καθηγητή Καρταγιάκ ένας νεαρός Γάλλος αββάς, δηλαδή ένας καθολικός παπάς, που ενδιαφέρονταν για την παλαιολιθική τέχνη, ο Ανρί Μπρέιγ , που έγινε αργότερα η μεγαλύτερη αυθεντία σε θέματα προϊστορίας. Παρακάλεσε τον καθηγητή να του επιτρέψει να πάρει μέρος σε ανασκαφές. Φάνηκε συμπαθητικός στον Καρτελιάκ κι έτσι τον δέχτηκε ως μαθητή και βοηθό του. Τον πήρε μαζί του στην ανασκαφές δύο σπηλιών που είχαν ανακαλυφθεί στη Λε Εζί της Γαλλίας. Οι σπηλιές ήταν γεμάτες πέτρες και χώματα από κατολισθήσεις και ο Μπρέιγ διαπίστωσε αμέσως πως ήταν αδύνατον να είχε πατήσει εκεί ανθρώπινο πόδι για αιώνες. Οι ανασκαφές ξεκίνησαν. Τα πρώτα ευρήματα ήταν μερικά πολύ δουλεμένα λίθινα όπλα και εργαλεία. Αλλά όταν τελικά μπόρεσαν να απομακρύνουν τα χώματα και να μπουν στη σπηλιά είδαν στο φως των πυρσών πως οι τοίχοι ήταν σκεπασμένοι με παραστάσεις ζώων σε κόκκινα, κίτρινα, μαύρα και καφέ χρώματα. Είδαν ζωγραφισμένα με μεγάλη τέχνη ένα ολόκληρο κοπάδι από τάραντες, ένα μαμούθ, πελώριο και άγαρμπο, μια αρκούδα των σπηλαίων να δρασκελίζει ένα βράχο, ένα λύκο να παραμονεύει στη γωνία και το πιο καταπληκτικό από όλα, ένα αρσενικό Βίσονα, τόσο συναρπαστικά δοσμένο, τόσο ζωντανό και με τέτοια ακρίβεια, τους έκοβε την ανάσα. Δεν υπήρχε αμφιβολία πως ο καλλιτέχνης ήταν μεγαλοφυΐα. Ο Καρταγιάκ έγινε άσπρος σαν πανί όταν ο Μπρέιγ τον πήγε στη σπηλιά και του έδειξε τις βραχογραφίες.
-Θεέ μου, ψιθύρισε, τι ήταν αυτό που έκανα! Τόλμησα να πω απατεώνα και βλάκα, ενώ έπρεπε να τον προσκυνήσω για την υπηρεσία που πρόσφερε στην επιστήμη. Φεύγω τώρα αμέσως για να επανορθώσω τη ζημιά που έχω κάνει.
Σε λίγες μέρες ο Καρταγιάκ κι  ο Μπρέιγ στέκονταν μπροστά στην πόρτα του πύργου του Σαουτουόλα. Τον δέχτηκε η Μαρία η κόρη του.
-Μπορούμε… ψέλλισε ο Καρταγιάκ, γίνεται να μας πάτε στη σπηλιά? Εκείνη τη σπηλιά? Η Μαρία κούνησε το κεφάλι της.
-Την Αλταμίρα, λέτε? Είναι κλειστή για τον κόσμο, από τότε που την κλείδωσε ο πατέρας μου και δεν επιτρέπεται σε κανένα να την επισκεφθεί.
-Έρχομαι για να επανορθώσω ένα σφάλμα μου. Κυρία μου, σας παρακαλώ, σας ικετεύω…ψιθύρισε ο καθηγητής. Η Μαρία τον κοίταξε στα μάτια. Πήγε έπειτα και πήρε το βαρύ κλειδί που κρεμόταν από ένα καρφί στον τοίχο.
- Ελάτε μαζί μου, του είπε. ¨Όταν η σιδερένια πόρτα άνοιξε, τρίζοντας από τη σκουριά που είχε μαζευτεί στους μεντεσέδες της, τα χρόνια που πέρασαν, η Μαρία προχώρησε με το φανάρι στο χέρι. Σε λίγα βήματα ο Καρταγιάκ, αναγκάστηκε να στρίψει. Η οροφή ήταν πολύ χαμηλή. Και τότε διαπίστωσε, ότι πρόκειται για μια πραγματική πινακοθήκη. Χρειάστηκε κάμποσος χρόνος να προσαρμοστεί το μάτι του στην πολυχρωμία των παραστάσεων και να τις ξεχωρίσει. 
Βίσονες, άλογα, ελαφίνες, αγριογούρουνα. Λίγες φιγούρες που θύμιζαν ανθρώπους. Προπαντός Βίσονες. Οι πιο πολλοί ήταν πελώριοι. Μερικοί φθάνανε τα 2,5μ. σε μάκρος. Τα ζώα που απεικονίζονταν ήταν τόσο ζωντανά, οι αναλογίες και η προοπτική τόσο πετυχημένες που ο Καρταγιάκ χαρακτήρισε αργότερα την Αλταμίρα, ως ‘το Σίξτειο Παρεκκλήσιο* της τέχνης του τεταρτογενούς ** (* Capella Sixtina, διακοσμημένη από τις νωπογραφίες του διάσημου Ιταλού καλλιτέχνη της Αναγέννησης, του Μιχαήλ Άγγελου που θεωρείται μεγάλος σταθμός στην ιστορία της τέχνης) (** Η τελευταία γεωλογική περίοδος της Γης, που άρχισε πριν από 2 εκατομμύρια χρόνια και διαρκεί ως σήμερα). Θα παραδεχτώ δημοσίως το σφάλμα μου. ΘΑ κάνω τη δήλωση πως όχι ο πατέρας σας, κυρία μου, αλλά εγώ υπήρξα ένας βλάκας με περικεφαλαία.
Η Μαρία χαμογέλασε ψυχρά.
-Κάλλιο αργά παρά ποτέ, είπε θλιμμένα, μόνο που σ’ αυτή την περίπτωση είναι πια πραγματικά πολύ αργά. Και οδήγησε στον τάφο του πατέρα της τον μετανιωμένο ‘πνευματικό εχθρό’ του.
Κι έτσι το 1902 ο Καρταγιάκ δημοσίευσε στην επιθεώρηση ‘L’Anthropologie’ το άρθρο ‘Μέα κούλπα ενός σκεπτικιστή’, δικαιώνοντας έστω μετά θάνατο τον δον Μαρσελίνο ντε Σαουτουόλα, ο οποίος ανακάλυψε τις βραχογραφίες της Αλταμίρα που φιλοτεχνημένες πριν από 14.000 χρόνια αποτελούν το απόγειο της προϊστορικής τέχνης.

Όταν διαβάζουμε σήμερα αυτή την πικρή ιστορία, μας είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί οι επιστήμονες αντέδρασαν με τέτοια λύσσα στην ανακάλυψη του δον Μαρσελίνο. Είναι αλήθεια πως δεν ήταν η πρώτη φορά που οι μεγάλοι εφευρέτες ή άλλοι που κάνανε τέτοια σπουδαία ανακάλυψη, αντιμετώπισαν  παρόμοια αντίδραση. Ο Γαλιλαίος αναγκάστηκε να  ανακαλέσει τη θεωρεία του ότι η Γη κινείται για να μην τον στείλει στην πυρά η Ιερά Εξέταση. Όταν ο Τόμας Έντισον έκανε επίδειξη του φωνογράφου του στα μέλη της Γαλλικής Ακαδημίας, εκείνοι τον κατηγόρησαν για απατεώνα και εγγαστρίμυθο. Το ίδιο έπαθαν οι εφευρέτες του αεροπλάνου, οι αδελφοί Ράιτ, γιατί οι επιστήμονες δε θέλανε να παραδεχτούν πως μια μηχανή πιο βαριά από τον αέρα μπορεί να πετάξει και μάλιστα επέμειναν σ’ αυτή την άποψη τρία χρόνια μετά αφού πετούσε το αεροπλάνο, μιας και κανένας τους δεν έκανε τον κόπο να επαληθεύσει το απαράδεκτο φαινόμενο. Τέτοιες επιστημονικές γκάφες γίνανε, δυστυχώς, πάρα πολλές.

Και ο δον Μαρσελίνο έκανε την ανακάλυψη του την εποχή που ο επιστημονικός κόσμος, επηρεασμένος από τη θεωρεία του Δαρβίνου, ήταν ανέτοιμος να τη δεχτεί. Ο Δαρβίνος έβλεπε του ανθρώπους της παλαιολιθικής εποχής ως εξής.’ Αυτοί οι άνθρωποι ήταν εντελώς γυμνοί και χυδαίοι. Τα μακριά τους μαλλιά ήταν μπερδεμένα, το στόμα τους έβγαζε αφρούς από έξαψη και η έκφραση του ήταν άγρια, δύσπιστη και φοβισμένη. Δε γνώριζαν την τέχνη καθόλου.’ Αν οι επιστήμονες δέχονταν τις βραχογραφίες της Αλταμίρα, θα ήταν αναγκασμένοι να παραδεχτούν πως οι άνθρωποι της εποχής των παγετώνων δεν ήταν καθόλου όπως τους φαντάστηκε ο Δαρβίνος, πως απεναντίας ‘ήταν ντυμένοι με ρούχα φτιαγμένα από δέρμα, τα μακριά τους μαλλιά ήταν καλοχτενισμένα, τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους έδειχναν γαλήνη και σιγουριά ενώ η έκφρασή τους ήταν ήρεμη και θαρραλέα. Είχαν ένα τέλεια ανεπτυγμένο καλλιτεχνικό αισθητήριο.’

Θα έπρεπε με άλλα λόγια, να αναθεωρήσουν ολόκληρη την κοσμοθεωρία τους. Κι αυτό τους ήταν τελείως αδύνατο να το κάνουν. δεν μπορούσαν καν να δουν ότι τα σκαλισμένα μιροαντικείμενα της εποχής των παγετώνων ανήκουν από τεχνικής άποψης στην ίδια σχολή με τις βραχογραφίες της Αλταμίρα και ότι παριστάνουν τα ίδια ζώα. Τα μικροαντικείμενα τα είχαν δεχτεί, όμως δεν μπορούσαν καν να διανοηθούν πως οι ίδιοι καλλιτέχνες που τα σκάλισαν, ζωγράφιζαν και ζώα στην οροφή της Αλτμίρα. Τους τρόμαζαν το μέγεθός τους και τα χρώματα που διατηρήθηκαν ολοζώντανα στο ερμητικά κλεισμένο σπήλαιο και χρειάστηκαν να περάσουν χρόνια για να γίνουν καινούριες ανακαλύψεις για να καταλάβει τη γκάφα του ο Εμίλ Κατραγιάκ.

Περιοδικό «Συνεργασία», Τεύχος 30ο, Καλοκαίρι 1997, σελ.28-33

Κάντε κλικ για μεγέθυνση Κάντε κλικ για μεγέθυνση Κάντε κλικ για μεγέθυνση Κάντε κλικ για μεγέθυνση


Μετάβαση στην κορυφή της σελίδας