aetos

BOYNA

1. Υμηττός | 2. Πάρνηθα


Υμηττός

O Υμηττός είναι ένα απλό μακρόστενο βουνό, μία ράχη μόνο ο κυρίως όγκος του, και με απότομες πλαγιές, χαρακτηριστικό των βουνών που απέχουν λίγο από τη θάλασσα. Υψώνεται μόνος του στη γύρο περιοχή και χωρίζεται σε δύο τμήματα, το βόρειο που έχει διεύθυνση ΒΒΑ-ΝΝΔ που είναι και το μεγαλύτερο και ψηλότερο, γι’ αυτό ο Θεόφραστος το έλεγε Μέγαν Υμηττόν (σημ. Εύζωνας) και το νότιο, που έχει διεύθυνση Β-Ν και είναι πολύ χαμηλότερο και κατάξερο και το έλεγε Ελάσσονα και Άνυδρον Υμηττόν (σημ. Μαυροβούνι).
 
Τα δύο τμήματα χωρίζονται με το διάσελο Σταυρός (παλ. Πιρναρικός λαιμός ή επάνω Πιρναρή) σε ύψ. 454μ. ανάμεσα στον Προφ. ηλία και το Μαυροβούνι. Από το σημείο αυτό αρχίζουν και τα δύο μεγάλα  ρέματα Πιρναρή και Ντούκα.
Εύζωνας ύψ. 1026μ. Σε εφημερίδες του 1956 αναφέρεται ότι η κορυφή του Υμηττού είχε μικρύνει κατά 7 περίπου μέτρα όταν τελείωσαν τα έργα επέκτασης του δρόμου και διευθέτησης της κορυφής που προοριζόταν για τουριστική αξιοποίηση. Ο Μ. Παρασκευαϊδης  σ΄ ένα άρθρο για τον Υμηττό, που δημοσιεύθηκε στην εφημ. «Η Καθημερινή» της 29-7-1956 με την ευκαιρία της πρώτης ανάβασης λεωφορείων στην κορυφή, αναφέρει νέο υψόμετρο του Υμηττού 1020μ. Οι σύγχρονοι όμως χάρτες της Γ.Υ.Σ. εξακολουθούν να αναγράφουν το παλιό υψόμετρο (ίσως αυτό του αναχώματος που βρίσκεται ο πύργος του ραντάρ), καθώς και ένα διπλανό 1022μ. (ίσως αυτό του εκεί βράχου). Από το 1959 υπάρχου σε όλη την κορυφογραμμή του Υμηττού εγκαταστάσεις της Αεροπορίας, καθώς και πλήθος κεραιών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών.
  
Ο Υμηττός συνδέεται από τη νεολιθική εποχή μέχρι σήμερα με ανθρώπινες δραστηριότητες. Ο Ηρόδοτος αναφέρει τρεις πελασγικούς οικισμούς: την Αιξωνή (Άνω Γλυφάδα), την Κίκινα (Κορακοβούνι) και την Κύλου Πήρα (Καισαριανή).  Φιλοξένησε τον βωμό του Υμηττείου Διός, υπήρξε τόπος λατρείας του Απόλλωνα, τα πολλά σπήλαιά του ήταν ιερά του Πάνα και τόπος γέννησης του Εριχθόνιου. Στους ρωμαϊκούς χρόνους μετατράπηκε σε χώρο μαρτυρίου για όσους αμφισβητούσαν την pax romana, στους δε βυζαντινούς χρόνους αποτέλεσε προμαχώνα του αρχαίου ελληνικού πνεύματος στον ελληνικό χώρο (Μονή Καισαριανής ).

Επίσης, ένας άλλος αρχαίος μύθος αναφέρει ότι στον Υμηττό πήγαινε για κυνήγι ο βασιλιάς της Φωκίδας Κέφαλος, όπου προσκαλούσε ως βοηθούς του τα σύννεφα.

Σύμφωνα με την παράδοση που είναι διαδεδομένη σε ολόκληρη την Αττική, ο Μαρμάρινος Λέων μπροστά στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου στην Κάντζα, έμεινε εκεί ‘στον τόπο’, όταν όρμησε εναντίον κάποιων πιστών μετά από παρέμβαση του Αγίου.

Ο Τούρκος περιηγητής Εβλιά Τσελεπή σημειώνει μία δεισιδαιμονία που συνδέεται με το μοναστήρι της Καισαριανής, σύμφωνα με την οποία πολλοί άνθρωποι είχαν ζητήσει να ταφούν σ’ εκείνη την περιοχή επειδή τα σώματά τους θα διατηρούνταν άσπρα και νωπά.

Άλλη παράδοση αναφέρει ότι στην κορυφή του Υμηττού υπάρχει ένα μικρό οροπέδιο στρογγυλό, σαν αλώνι, στο οποίο κάθε μεσημέρι χόρευαν οι νεράιδες. Οι βοσκοί απέφευγαν να πηγαίνουν εκεί, όμως όποιος κατάφερνε να κλέψει το πέπλο ή το μαντήλι μιας νεράιδας, αυτή αυτόματα γινόταν όργανό του. Λέγεται μάλιστα, πως ένας βοσκός ονόματι Βρεττός, από το Μενίδι κατάφερε να κλέψει το μαντήλι μίας νεράιδας.

Ο Πάνας (θεός της μυθολογίας) λέγεται ότι από το πρωί ως το βράδυ γύριζε στα δάση και τις σπηλιές του Υμηττού, και παίζοντας το σουραύλι του χόρευε με τις Νύμφες.

Στις πηγές του Ιλισσού γίνονταν διάφορες τελετές κατά την αρχαιότητα, όπως το λουτρό των κοριτσιών που θα παντρεύονταν, και γι’ αυτό το νερό τους λέγονταν Νυμφικό Ύδωρ. Το ποτάμι θεωρούνταν ιερό για τους Αθηναίους.   

Το νερό της Καισαριανής το θεωρούσαν θαυματουργό και ιαματικό, κατάλληλο για τις γυναίκες που δεν τεκνοποιούσαν. Κάτι ανάλογο συνέβαινε και με το νερό της Καλοπούλας ή Γαλοπούλας της οποίας το νερό θεωρούνταν θαυματουργό επειδή έδινε ευτεκνία στις Αθηναίες.

Σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία, στην περιοχή Ηλιούπολης ή Πεντέλης βρισκόταν το καταφύγιο- σπηλιά του λήσταρχου Νταβέλη. Επίσης, στη μεταπολεμική Αθήνα, ο μπάρμπα Γιάννης ο κανατάς μετέφερε νερό από τις πηγές του Καρέα σε διάφορα σπίτια της πρωτεύουσας.

Εκτός από τους μύθους και τις παραδόσεις έχουν γραφτεί και αρκετά τραγούδια σχετικά με τον Υμηττό, με πιο γνωστό αυτό του Μάνου Χατζηδάκη «Εκεί ψηλά στον Υμηττό», με την Νανά Μούσχουρη.

Γεωλογία - Σπήλαια - Βάραθρα

Γεωλογία

Η ιστορία και η προϊστορία του Υμηττού, η μυθοπλασία που συνδέθηκε με την πορεία του μέσα στο χρόνο και ακόμα η γεωλογική του ιστορία δηλαδή οι φυσικές διαδικασίες που οδήγησαν  στη σημερινή μορφή βρίσκονται διάσπαρτες σε διάφορα βιβλία, άρθρα και ντοκουμέντα. Τα μάρμαρα και οι σχιστόλιθοι που αποτελούν μέρος από τον ορεινό όγκο του Υμηττού σχηματίστηκαν στο ‘Μεσοζωικό Αιώνα’. Οι γεωλογικές ανακατάξεις εκείνης της περιόδου οδήγησαν στην ακόλουθη υφή των πετρωμάτων κατά σειρά από κάτω προς τα πάνω:

α) στρώμα κυριαρχούμενο από κατώτερο μάρμαρο πάχος περίπου 800m.
β) σχιστόλιθοι πάχος 250m.
γ) ανώτερο μάρμαρο πάχος 250m.

Η παρούσα μορφή της Αττικής και του Υμηττού φαίνεται πώς παγιώθηκε περίπου το 2000 π.Χ. αν και σύμφωνα με ορισμένους μελετητές η στάθμη της θάλασσας σταθεροποιήθηκε στο σημερινό ύψος της το 3.500 π.Χ. Η εξέλιξη αυτή ήταν καθοριστική για το χώρο αν σκεφτεί κανείς  ότι ο άνθρωπος της Νεολιθικής εποχής μπορούσε να πάει από το Φάληρο στην Αίγινα με τα πόδια.

Η αρχαιολογική έρευνα  επισήμανε ίχνη ζωής στον Υμηττό από τη Νεολιθική περίοδο, όπως λεπίδες και θραύσματα οψιακής πέτρας, η οποία έχει μεγάλη σκληρότητα και χρησιμοποιείτο για την κατασκευή όπλων κι εργαλείων. Υπάρχουν ενδείξεις ότι στους προϊστορικούς χρόνους το βουνό είχε πυκνή βλάστηση και ήταν χώρος κυνηγετικών εξορμήσεων.

Κατά την εποχή του Πλάτωνα είχε επιδεινωθεί η μείωση της φυσικής βλάστησης και ο αρχαίος φιλόσοφος παρομοίωσε τα βουνά της Αττικής με ‘οστά νοσήσαντος ανθρώπου’.

Το χαμηλής ποιότητας κυανότεφρο μάρμαρο του Υμηττού ήταν επίσης αντικείμενο εκμετάλλευσης. Ο Ν. Νέζης αναφέρει ότι υπήρχαν λατομεία μαρμάρου, στον Υμηττό προγενέστερα της Πεντέλης, της οποίας η εκμετάλλευση άρχισε το 570 π.Χ. Πάντως είναι σίγουρο ότι τον 4ο π.Χ. αιώνα τα λατομεία του Υμηττού βρίσκονταν σε λειτουργία, ενώ στους Ρωμαϊκούς χρόνους η ζήτηση υλικού για ανδριάντες και άλλες διακοσμητικές χρήσεις είχε οδηγήσει σε μεγάλη εντατικοποίηση της παραγωγής μαρμάρου.

Τα εδάφη του Υμηττού είναι πετρώδη κα αβαθή εξαιτίας της έντονης υποβάθμισης της βλάστησης, η οποία έχει υποστεί μεγάλες καταστροφές από τις Πυρκαγιές και τη βόσκηση. Από πλευράς γεωλογικής διάρθρωσης εντάσσεται στην ενότητα της Αττικής, η οποία διαφέρει από τις ενότητες του «Λαυρίου» και Ανατολικής Ελλάδας.

Η στρωματογραφική κατάσταση είναι η ακόλουθη:

α) Σχιστόλιθοι της Βάρης
β) Δολομίτες της Πυρναρής
γ) Κατώτερο μάρμαρο
δ) Σχιστόλιθοι Καισαριανής
ε) Ανώτερο Μάρμαρο

Πάντως η γεωμορφολογία του βουνού δεν εμπόδισε πριν αρκετά χρόνια τη διατύπωση άποψης για τη χρησιμοποίηση οροπεδίου του βορείου Υμηττού ως χώρου διαμόρφωσης αεροδρομίου.


Σπήλαια - Βάραθρα

Ο Υμηττός έχει περισσότερα από 50 σπήλαια και βάραθρα, τα πιο ενδιαφέροντα από τα οποία καταγράφονται από τον Νίκο Νέζη. Αυτά είναι τα εξής:

ΛΕΟΝΤΑΡΙΟΥ ΣΠΗΛΑΙΟ (ΑΣΜ 91): Βρίσκεται σε υψόμετρο 540 μ. περίπου, ΒΑ-Α της κορυφής 693μ. του υψώματος Κορακοβούνι του Υμηττού, και σε απόσταση 500μ. απ’ αυτή.

ΚΟΡΑΚΟΒΟΥΝΙΟΥ ΒΑΡΑΘΡΟ  (ΑΣΜ 492): Βρίσκεται σε υψόμετρο 570μ. περίπου, ΝΔ της κορυφής 693μ. του υψώματος Κορακοβούνι του Υμητού, και σε απόσταση 350μ. απ’ αυτή.

ΚΟΡΑΚΟΒΟΥΝΙΟΥ ΣΠΗΛΑΙΟ  (ΑΣΜ 6573): Βρίσκεται σε υψόμετρο 650μ. περίπου, Ν-ΝΔ της κορυφής 728μ. του υψώματος Κορακοβούνι του Υμητού.

ΑΣΤΕΡΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟ ΒΑΡΑΘΡΟ (ΑΣΜ 28): Βρίσκεται σε υψόμετρο 480μ. βόρεια της Μονής Αστερίου του Υμηττού, και σε απόσταση 500μ. απ’ αυτή.

ΚΟΡΥΦΟΓΡΑΜΜΗΣ ΥΜΗΤΤΟΥ ΒΑΡΑΘΡΟ (ΑΣΜ 299): Βρίσκεται σε υψόμετρο 900μ. περίπου ΒΑ της κορυφής Εύζωνας κοντά στην τοποθεσία Γούπατα (δολίνες) και στη θέση Σπιθάρι, πάνω από τα χαρακτηριστικά κατακόρυφα βράχια της ανατολικής πλευράς.

ΚΟΥΤΟΥΚΙ ΣΠΗΛΑΙΟ (ΑΣΜ 88): Βρίσκεται στην Ανατολική πλευρά του Υμηττού σε υψόμετρο 520μ. ΝΑ από τα χαρακτηριστικά στεφάνια της κορυφής Εύζωνας και απέχει 4 χλμ. από την Παιανία. Είναι το ωραιότερο και πιο φαντασμαγορικό από άποψη εσωτερικού διακόσμου σπήλαιο της Αττικής.

ΓΙΔΟΣΠΗΛΙΑ (ΑΣΜ 153): Βρίσκεται Α-ΒΑ της Μονής Καρέα του Υμηττού, σε υψόμετρο 690μ. και 900μ. δυτικά του αυχένα που συνδέει το Κακόρεμα με το ρέμα της Χαλιδούς. Είναι το βαθύτερο βάραθρο της Αττικής με συνολικό βάθος 138μ.

ΠΥΡΓΟΥ ΜΕΓΑΛΟ ΒΑΡΑΘΡΟ (ΑΣΜ 19): Βρίσκεται στη ΝΔ ράχη της κορυφής Εύζωνας του Υμηττού σε υψόμετρο 930μ. περίπου και σε απόσταση 700μ. ΝΔ από την κορυφή. Είναι το βαθύτερο βάραθρο τη Αττικής, με συνολικό βάθος 138μ.

ΠΥΡΓΟΥ ΜΙΚΡΟ ΒΑΡΑΘΡΟ (ΑΣΜ 20): Βρίσκεται σε υψόμετρο 850μ. περίπου και στην κατηφορική, προς τα Μεσόγεια, ανατολική πλευρά της ΝΔ ράχης της κορυφής Εύζωνας του Υμηττού.

ΜΠΙΜΠΕΣΗ ΣΠΗΛΑΙΟ : Βρίσκεται σε υψόμετρο 550μ. περίπου στο δυτικό Υμηττό στη ράχη της χαράδρας Σαρίνα στην τοποθεσία Τρύπιος Βράχος.

ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ ΒΑΡΑΘΡΟ (ΑΣΜ 341) : Βρίσκεται σε υψόμετρο 650μ. Β-ΒΑ από το διάσελο Σταυρός (υψ. 454μ.) που ενώνει το βόρειο με το νότιο Υμηττό.

ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ ΣΠΗΛΑΙΟ (ΑΣΜ 342) : Βρίσκεται σε υψόμετρο 600μ. Ν-ΝΑ της κορυφής Προφήτης Ηλίας του Υμηττού και ΒΑ από το διάσελο Σταυρός σε απόσταση περίπου 600μ. πάνω από τα χαρακτηριστικά βράχια.

ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ ΣΧΙΣΜΑ-ΒΑΡΑΘΡΟ: Βρίσκεται σε υψόμετρο 560μ. περίπου ΝΑ της κορυφής Προφήτης Ηλίας του Υμηττού και στο μέσο περίπου της απόστασης διάσελο Σταυρός -εκκλησία Προφήτης Ηλίας στη ρίζα των χαρακτηριστικών βράχων.

ΘΡΑΚΙΑ ΣΤΑΥΡΟΥ (ΑΣΜ 30) : Βρίσκεται στον Υμηττό σε υψόμετρο 400μ. κοντά στο διάσελο Σταυρός.

ΣΤΑΥΡΟΥ ΜΙΚΡΟ ΒΑΡΑΘΡΟ (ΑΣΜ 17) : Βρίσκεται σε υψόμετρο 400μ. σε απόσταση 40μ. από το διάσελο Σταυρός του Υμηττού στην αρχή της ρεματιάς Ντούκας.

ΝΤΑΒΕΛΗ ΣΤΑΥΡΟΥ ΣΠΗΛΑΙΟ (ΑΣΜ 14) : Βρίσκεται σε υψόμετρο 420μ. σε απόσταση 250μ. δυτικά του διάσελου Σταυρός στη βόρεια πλαγιά του υψώματος 507μ. του Νότιου Υμηττού και 20μ. ψηλότερα από την κορυφή της μεγάλης ρεματιάς Πιρναρή.

ΜΑΥΡΟΒΟΥΝΙΟΥ ΜΕΓΑΛΗ ΣΠΗΛΙΑ (ΑΣΜ 2982) : Βρίσκεται σε υψόμετρο 520μ. περίπου, λίγα λεπτά μετά το ύψωμα 507μ. και στα δεξιά του μονοπατιού που από το διάσελο Σταυρός οδηγεί στο Μαυροβούνι Υμηττού, δίπλα από την Τρύπα Σπηλιά-Φυσική γέφυρα.

ΜΑΥΡΟΒΟΥΝΙΟΥ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ ΣΠΗΛΙΑ (ΑΣΜ 3502) : Βρίσκεται σε υψόμετρο 520μ. περίπου, λίγα λεπτά μετά το ύψωμα 507μ. και στα δεξιά του μονοπατιού που από το διάσελο Σταυρός οδηγεί στο Μαυροβούνι Υμηττού κάτω από τον ‘εξώστη’ της εισόδου Μεγάλης Σπηλιάς.

ΤΡΥΠΙΑ ΣΠΗΛΙΑ-ΦΥΣΙΚΗ ΓΕΦΥΡΑ ΜΑΥΡΟΒΟΥΝΙΟΥ (ΑΣΜ 2981) : Βρίσκεται σε υψόμετρο 520μ. περίπου, λίγα λεπτά μετά το ύψωμα 507μ. και στα δεξιά του μονοπατιού που από το διάσελο Σταυρός οδηγεί στο Μαυροβούνι Υμηττού.

ΜΑΥΡΟΒΟΥΝΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟ ΒΑΡΑΘΡΟ Η ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ (ΑΣΜ 27) : Βρίσκεται σε υψόμετρο 590μ. στη βόρεια πλευρά του Μαυροβουνίου.

ΜΑΥΡΟΒΟΥΝΙΟΥ ΜΙΚΡΟ ΣΠΗΛΑΙΟΒΑΡΑΘΡΟ (ΑΣΜ 330) : Βρίσκεται σε υψόμετρο 710μ. περίπου ΒΔ της κορυφής Μαυροβούνι Υμηττού.

ΜΗΤΡΟΜΑΡΑ ΣΠΗΛΑΙΟ (ΑΣΜ 331) : Βρίσκεται σε υψόμετρο 580μ. περίπου στη βόρεια πλευρά της κορυφής Στρώμα του Υμηττού.

ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ ΣΠΗΛΑΙΟΒΑΡΑΘΡΟ αρ. 2 (ΑΣΜ 3510) : Βρίσκεται στην Τερψιθέα Άνω Γλυφάδας  σε υψόμετρο 365μ.  περίπου στη δυτική πλευρά της κορυφής.

ΚΑΚΑΒΟΥΛΑΣ Η ΚΑΚΟΒΟΥΛΑΣ ΣΠΗΛΑΙΟ (ΑΣΜ 102) : Βρίσκεται σε υψόμετρο 280μ. στη νότια πλευρά του λόφου Κακαβούλα (υψ. 412μ.).

ΘΡΑΚΙΑ ΣΥΚΙΑΣ ΒΑΡΗΣ  (ΑΣΜ 338) : Βρίσκεται σε υψόμετρο 300μ. περίπου στη νότια πλευρά του οροπεδίου ‘κρεβάτι’ του Υμηττού.

ΝΥΜΦΏΝ Η ΝΥΜΦΟΛΗΠΤΟΥ (ΑΡΧΕΔΗΜΟΥ)  (ΑΣΜ 89) : Βρίσκεται σε υψόμετρο 270μ. στο ΝΑ αντέρεισμα του οροπεδίου ‘κρεβάτι’ του Υμηττού και βόρεια της Βάρης (5χιλ. χωματόδρομος από τη Σχολή Ευελπίδων) πάνω σε λόφο υψόμετρου 290μ. Το σπήλαιο έχει μεγάλη αρχαιολογική αξία, γιατί είναι ίσως το μοναδικό στην Ελλάδα που έχει σκαλισμένα αγάλματα (σκαλισμένα) στο εσωτερικό του. Ο γλύπτης Αρχέδημος από τη Θήρα εγκαταστάθηκε στο σπήλαιο τον 5ο αι. π.Χ. και το μετέτρεψε σε τόπο λατρείας κυρίως των Νυμφών, του Απόλλωνα, του Πάνα και των Χαρίτων.

Κάντε κλικ για μεγένθυση Κάντε κλικ για μεγένθυση Κάντε κλικ για μεγένθυση Κάντε κλικ για μεγένθυση Κάντε κλικ για μεγένθυση Κάντε κλικ για μεγένθυση

Μετάβαση στην κορυφή της σελίδας

Separator

Πάρνηθα

Η Πάρνηθα, με υψόμετρο 1.413μ. είναι το μεγαλύτερο, εκτενέστερο και ωραιότερο βουνό της Αττικής και βρίσκεται βόρεια του λεκανοπεδίου. Λίγοι είναι οι κάτοικοι της Αθήνας που δεν έχουν ανεβεί, έστω και για μία φορά, στην Πάρνηθα γιατί μπορεί κάποιος να χαρεί από πεζοπορία μέχρι κοψίδια, από αναρρίχηση μέχρι καζίνο, από τα πρώην βασιλικά ανάκτορα, μέχρι λίμνες, από βίλες δικτατόρων μέχρι ραντάρ, από ιπποκράτειες πολιτείες μέχρι, πίστες σκι, από αρχαίους πύργους μέχρι ελάφια, από ιερά όπως αυτό του Πανός μέχρι μοναστήρια, από χιονοπόλεμο μέχρι βαθύσκιωτα φαράγγια, από τελεφερίκ μέχρι σπάνια αγριολούλουδα. Και όχι μόνον! Το βουνό στα βόρεια της Αθήνας τα έχει όλα και τα προσφέρει σε «οικονομική « απόσταση των 36χλμ. από το κέντρο της πρωτεύουσας. Γιατί η Πάρνηθα έχει να προσφέρει πολλές και δυνατές συγκινήσεις. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο πως λόγω της ποικιλομορφίας της, την πλούσια χλωρίδα και πανίδα και τα όμορφα δάση της έχει ανακηρυχθεί Εθνικός Δρυμός. Η Πάρνηθα έχει ενταχθεί στον εθνικό κατάλογο του ευρωπαϊκού δικτύου   έρευνας και προστασίας Natura 2000 (οδηγία 92/43/ΕΟΚ). Επιπλέον, έχει ανακηρυχθεί σε περιοχή σημαντική για τα πουλιά (Οδηγία 79/40/ΕΟΚ) και τοπίο ιδιαίτερου φυσικού κάλους. Αποτελώντας έναν από τους ελάχιστους «πνεύμονες» που έχουν απομείνει στο λεκανοπέδιο της Αττικής και όσο η Αθήνα εξαπλώνεται και αποκτά διαρκώς περισσότερο πληθυσμό, η διαφύλαξη και προστασία της κρίνεται σήμερα όσο ποτέ άλλοτε επιβεβλημένη.


Η Πάρνηθα στην Αρχαιότητα


Η Πάρνηθα στην Αρχαιότητα είχε πολύ περισσότερα δάση από ότι σήμερα. Λίγοι σχετικά οικισμοί είναι γνωστοί πάνω στο βουνό, όπως στο Μπόρσι, στην Κούμπουλα, στο Παλιοχώρι Ρουμάνι κ.α. Κάποιες από τις δραστηριότητες των κατοίκων των οικισμών του βουνού που παρέμειναν μέχρι τις μέρες μας ήταν η συλλογή ρητίνης και η παραγωγή κάρβουνου που αναφέρει και ο Αριστοφάνης στους «Αχαρνής». Ερείπια οικιών, αλώνια, πηγάδια, εξωκλήσια, όλα είναι αδιάψευστοι μάρτυρες της κατοίκισης και της ζωής σε μεταγενέστερες περιόδους. Τα πολλά αρβανίτικης ρίζας τοπωνύμια προέρχονται από την κάθοδο των Αρβανιτών στην Αττική το 1350. Τότε χωρίστηκαν  οι δύο ομάδες με αρχηγούς τους τον Λιόση (Πέτρο Λιώσα) που έμεινε με τους υπηκόους του στις περιοχές γύρω από το βουνό και τον Σπάτα ο οποίος με την ομάδα του επέλεξε τα εύφορα εδάφη των Μεσογείων.
Στους πρόποδες και περιμετρικά του όρους, οι δήμοι και οι οικισμοί ήταν περισσότεροι, ορισμένοι εκ των οποίων φέρουν ακόμη και σήμερα την αρχαία ονομασία τους, όπως αυτοί της Φυλής, της Σφενδάλης, των Αχαρνών, της Δεκέλειας και των Αφιδνών. Ήταν επίσης, γνωστοί οι δήμοι της Αιθαλίας, των Μελαίνων των Χαστιέων, της Κρωπίας.
Στη Δεκέλεια, εντοπίστηκε ο τάφος του τραγικού ποιητή Σοφοκλή. Εάν όμως για κάποιο λόγο ήταν σημαντική η Πάρνηθα στην Αρχαιότητα, αυτός ήταν για τον ρόλο που διαδραμάτισε το βουνό ως προπύργιο για την άμυνα της Αθήνας.
Δεν αναφέρεται άλλο βουνό στη χώρα που να υπάρχει τέτοια πληθώρα αρχαίων οχυρωματικών  έργων και πύργων, όσο στην Πάρνηθα. Η απάντηση είναι εξαιρετικά απλή εάν λάβουμε υπόψη μας τη θέση του βουνού το οποίο αποτελεί φυσικό προπύργιο στα βόρεια της πρωτεύουσας καθώς και το ρόλο της Αθήνας στην Αρχαιότητα. Η Αθήνα, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως είναι γνωστό, αποτελούσε αυτοκρατορία και δε νοείται αυτοκρατορία χωρίς την ύπαρξη αμυντικών έργων για την προστασία της ίδιας της έδρας της, της πρωτεύουσας. Εάν λάβουμε υπόψη μας επίσης, πως όλες οι εισβολές γίνονταν από βορρά, καθώς η Αθήνα υπερτερούσε κατά πολύ στην θάλασσα, τότε οι πύργοι και οι οχυρώσεις αποκτούν νόημα. Και δεν είναι μόνο αυτοί της Πάρνηθας. Οι οχυρές θέσεις του βουνού ήταν στενά συνδεδεμένες με άλλα κάστρα στα δυτικά και βόρεια της Πάρνηθας, στην Πάστρα, ή προς το όρος Αιγάλεω, που συντελούσαν στην αποτελεσματική αμυντική προστασία ολόκληρου του λεκανοπεδίου.
Σε όλο το βουνό έχουν εντοπιστεί τα ερείπια 11 οχυρών θέσεων. Έτσι, από αρχαιολογικής άποψης, η Πάρνηθα παρουσιάζει ενδιαφέρον για λατρευτικούς και κυρίως στρατιωτικούς λόγους.
Τα φρούρια και οι πύργοι-παρατηρητήρια είναι χτισμένα σε υψώματα για τον έλεγχο της περιοχής από απόσταση. Διέθεταν μεταξύ τους οπτική επαφή και επικοινωνούσαν με φωτιές και οπτικά σήματα. Έτσι, ελέγχονταν οι λίγες προσβάσεις από τη Βοιωτία. Μία από αυτές ήταν το οροπέδιο Σκούρτων, όπου διασταυρώνονταν τα περάσματα-μονοπάτια από το λεκανοπέδιο και το Θριάσιο πεδίο, στα νότια, με τη Θήβα και τους Δελφούς. Από Αθήνα προς Σκούρτα στέκει στην περιοχή της φυλής, το πλέον καλοδιατηρημένο κάστρο της περιοχής που σήμερα ονομάζουμε «το Φρούριο της Φυλής»., χτισμένο τον 4ο αιώνα π.Χ. Άλλά δυο ερείπια κάστρων κοντά σε αυτό και συγκεκριμένα στο βουνό της Φυλής και στην Πέτρα Θοδώρα, τονίζουν τη σπουδαιότητα φύλαξης του περάσματος. Τη διαδρομή από το Θριάσιο προς Σκούρτα φύλαγαν τα κάστρα «Χτήριο», «Κορορέμι» και βορειότερα το φρούριο του «Κορινού». Το κάστρο του «Λιμικού» είναι ένα ακόμη σημαντικό φρούριο της Πάρνηθας. Το σχήμα του είναι τετράγωνο και η κατασκευή του ισοδομική και επιμελημένη. Το φρούριο βρίσκεται στη βάση λάκας που έχει πάρει το όνομά του.  Ερείπια επίσης , πύργου παρόμοιας τεχνικής με αυτόν του Λιμικού που είναι γνωστός ως Πυργάρι, στέκει το Μαυρόρεμα.
Το σημαντικότερο φρούριο όμως της Πάρνηθας είναι αυτό της Δεκέλειας. Η σπουδαιότητά του λόγω της πλεονεκτικής του θέσης του έμελλε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ήττα των Αθηναίων, πριν από το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου. Όπως μαθαίνουμε από τον Θουκυδίδη, το 413 π.Χ. ο βασιλιάς της Σπάρτης οχυρώνει τη Δεκέλεια που απέχει από την Αθήνα περίπου 120 στάδια. Οι Αθηναίοι έτσι βρέθηκαν σε δυσχερέστατη θέση καθώς αφενός, ο πόλεμος με τους Σπαρτιάτες μεταφέρεται στο ίδιο τους το «σπίτι», αφετέρου, γιατί τους στερεί την ύπαιθρο και κατ’ επέκταση την παραγωγή γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων. Διακόπηκε, έτσι, η επαφή με την Εύβοια τα προϊόντα της οποίας στο εξής έπρεπε να έρχονται από τη θάλασσα, με τα αθηναϊκά πλοία να περιπλέουν το Σούνιο. Εντέλει, τα πλοία των Αθηναίων έφτασαν μέχρι τον Ελλήσποντο για την εύρεση τροφίμων. Το αποτέλεσμα ήταν έλλειψη αγαθών και αύξηση των τιμών. Επίσης η φρουρά της Αθήνας καταπονήθηκε από την επίπονη φρούρηση των τειχών της πόλης και του Πειραιά. Το ιππικό εξασθένησε από τις συνεχείς επιδρομές, τα μεταλλεία του Λαυρίου θα κλείσουν και οι δούλοι θα προσχωρήσουν στη σπαρτιατική δύναμη. Η Δεκέλεια, κατ’ αυτό τον τρόπο, θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην αποδυνάμωση της αθηναϊκής ηγεμονίας και στην ήττα των Αθηναίων.
Ο Παυσανίας στα μισά του 2ου αι. π.Χ. στα «Αττικά» του αναφέρεται στην ύπαρξή χάλκινου αγάλματος του Παρνίθιου Διός σε βωμό του Σιμαλέου Διός και επίσης σε βωμό του Απήμιου ή Ομβρίου Διός, αντίστοιχο με αυτόν που αναφέρει και στον Υμηττό. Για το βωμό της Πάρνηθας, οι Αρχαίοι  έλεγαν πως τον έχτισε ο Δευκαλίων, όταν μετά τον κατακλυσμό εγκαταστάθηκε στην πελασγικό οικισμό Κραναό της Αθήνας. Για το χάλκινο άγαλμα δεν γνωρίζουμε τίποτα άλλο. Για το βωμό του Σιμαλέου Διός από αναφορές του Στράβωνα εικάζεται πως βρίσκεται στο Αρμα , επάνω από τη μονή Κλειστών, όπου και εντοπίστηκαν θραύσματα κεραμικών. Αναφέρει πως ο βωμός συνδεόταν με το ξεκίνημα της «Πυθαϊδος», της θρησκευτικής πομπής, δηλαδή των Αθηναίων προς το μαντείο των Δελφών. Επειδή το «Άρμα» είναι ορατό από την Ακρόπολη και την Πνύκα, οι ερμηνευτές των φυσικών φαινομένων του Δία, οι Πυθαϊστές, περίμεναν να δουν «θεϊκό» καιρικό φαινόμενο-σημάδι (για παράδειγμα αστραπή), σταλμένο από Δία, για να ξεκινήσουν την πομπή. «Οπόταν δι Άρματος αστράψη…» έγραφε ο Στράβων.
Ανασκαφή σε μικρό σπήλαιο λίγο πιο κάτω από την κορυφή Καραβόλα, στο τέλος της δεκαετίας του ’50, έφερε στο φως στρώμα στάχτης ύψους 2,20μ., οστά θυσιασθέντων ζώων, 3.000 σιδερένια εγχειρίδια, ενεπίγραφους σφαιρικούς αρύβαλους, διάφορα είδη αγγείων και λύχνους. Η παρουσία της στάχτης και των οστών των ζώων δεν αφήνει αμφιβολίες για την ύπαρξη βωμού, τα ευρήματα του οποίου απέδειξαν πως διήρκεσε από τη γεωμετρική περίοδο (το 900 π.Χ.) μέχρι και τη ρωμαϊκή. Η ανασκαφή δεν ταύτισε τον βωμό. Έτσι, δεν γνωρίζουμε αν αυτός στο σπήλαιο ήταν αφιερωμένος  στον Επάκριο Δία,. Τα 3.000 μαχαίρια θεωρείται πως προέρχονται από προσφορές αγροτών προς εξευμενισμό του Απήμιου Δία.
Ο πλέον ενδιαφέρον χώρος από λατρευτικής άποψης είναι το Σπήλαιο ή Άντρον Πανός  που είναι γνωστό και ως Λυχνοσπηλιά. Αυτό βρίσκεται στο φαράγγι της Γκούρας, στη θέση Μεσονύχτι, βόρεια της Φυλής και σε υψόμετρο 650μ. Το σπήλαιο είχε λειτουργήσει και ως λατρευτικός χώρος, ιερό του Πανός και των Νυμφών, που συνήθως λατρεύονταν σε σπήλαια των βουνών, όπως ακριβώς και σε σπήλαιο-ιερό στον Υμηττό. Ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν το 1900 από την Αρχαιολογική Υπηρεσία με τον Αντρέα Σκιά έφεραν στο φως αγαλματίδια του Πάνα και του Ερμή, πάνω από 2000 λυχνάρια (έτσι, προέκυψε και το δεύτερο όνομα του σπηλαίου) και θραύσματα αγγείων. Στη συνέχεια, το σπήλαιο αποτέλεσε χριστιανικό τόπο λατρείας, αρχής γενομένης από την παλαιοχριστιανική εποχή. Ο χώρος στο εσωτερικό του με τους δυο θαλάμους, υποβάλλει τον επισκέπτη και του προκαλεί δέος. Το ιερό στην Αρχαιότητα πρέπει να ήταν ευρέως γνωστό. Στο Άντρον του Πανός, διαδραματίζεται η πλοκή του έργου της νέας αττικής κωμωδίας με την ονομασία «Δύσκολος», γραμμένη από τον Μένανδρο το 317 π.Χ.

Θέση – Μορφολογία

Η Πάρνηθα βρίσκεται στα βόρεια της Αθήνας και συνοδεύει με την Βοιωτία. Ένα τμήμα της, μάλιστα στα βορειοδυτικά ανήκει σε αυτήν. Είναι ο δασωμένος όγκος που βλέπουμε στα αριστερά μας (δυτικά) όταν κινούμαστε στην εθνική οδό Αθηνών- Λαμίας είτε την έχουμε στα δεξιά μας (ανατολικά) στην Ελευσίνα. Μαζί με τη γειτονική της Πεντέλη, που με ύψος 1.109μ. στέκει στα ανατολικά, τον Υμηττό
στα 1.026μ. που ορθώνεται απέναντί της στα νότια και λίγο ανατολικά, και το χαμηλότερό τους όρος Αιγάλεω (468μ.), στα νότια, περιβάλλουν το λεκανοπέδιο της πρωτεύουσας, αφήνοντας λίγες και σχετικά μικρές διεξόδου εκτός λεκανοπεδίου, στα βόρεια και δυτικά.
Το βουνό είναι αρκετά εκτεταμένο και καλύπτει επιφάνεια περίπου 300 τετρ. χλμ. Εκτείνεται 17 χλμ. από βορρά προς νότο και 32 χλμ. από ανατολή προς δύση, έχοντας περίμετρο περίπου 160 χλμ. Τα χωριά και οι οικισμοί που την περιβάλλουν είναι τα ακόλουθα: Το Μενίδι (Αχαρνές), οι Θρακομακεδόνες και η Χασιά (Φυλή) στα νότια, η Βαρυμπόμπη λίγο ανατολικότερα, οι Αφίδνες (Κιούρκα) και το Κρυονέρι στα ανατολικά, η Μαλακάσα (Σφενδάλη) και η Αυλώνα στα βόρεια και η Στεφάνη και τα Σκούρτα στα Δυτικά.
Η Πάρνηθα είναι ένα σχετικά μεμονωμένο βουνό, με ασαφή φυσικά χαρακτηριστικά. Οι κορυφές της είναι δυσδιάκριτες από απόσταση, απ’ όπου το βουνό φαίνεται περισσότερο ως ένας συμπαγής όγκος. Αν δεν υπήρχαν ένας τεράστιος κυκλικός πύργος, τα ραντάρ του NATO, οι κεραίες του ΟΤΕ και οι εγκαταστάσεις του πεζικού, αεροπορίας και ναυτικού στις ψηλότερες κορυφές του, τότε δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να τις διακρίνει. Παρόλα αυτά, η Πάρνηθα δεν είναι παντού ομαλή, έχει απόκρημνες ράχες, κάθετες ορθοπλαγιές και δύσβατα φαράγγια και χαράδρες.
Το βουνό εκτείνεται, κατά κύριο λόγο, ανατολικά-δυτικά. Μόνο στα δυτικά και βορειοδυτικά ενώνεται με τη χαμηλότερη της Πάστρα, στα Σκούρτα και το ομώνυμο οροπέδιο. Θα μπορούσε να τη χωρίσει κάποιος σε τρία τμήματα, το ανατολικό, το κεντρικό και το βόρειο, με τις κυριότερες ψηλότερες κορυφές της να βρίσκονται στο μεσαίο τμήμα. Το βουνό χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποικιλομορφία όπου οι κορυφές εναλλάσσονται από όμορφα λιβάδια, οι ομαλές πλαγιές από κάθετα φαράγγια και ρεματιές, τα οροπέδια από τις απότομες αναρριχητικές ορθοπλαγιές.

Αυτή της η ποικιλομορφία, σε συνδυασμό με την γειτνίασή της με την Αθήνα, έκανε την Πάρνηθα σε άλλες εποχές σχολείο για σπηλαιολογία, αναρρίχηση, ορειβασία, πεζοπορία, ακόμη και σκι. Έτσι, δεν είναι σύμπτωση το γεγονός πως στην Πάρνηθα έκαναν τα πρώτα βήματά τους γνωστοί Έλληνες ορειβάτες. Τα πολλά μονοπάτια της, λόγω έλλειψης χαρακτηριστικών σημείων και μιας ασάφειας φυσικών αξόνων, δεν παύουν να αποτελούν πρόκληση και να ασκούν έλξη και γοητεία ακόμη και σε καταξιωμένους και φτασμένους ορειβάτες ενώ τα δεκάδες αναρριχητικά της πεδία αποτελούν καθημερινά πόλο έλξης αναρριχητικών όλων των δυνατοτήτων.

Όπως απολαμβάνουν, όμως, το βουνό οι ιπτάμενοι, μέλη και εκπαιδευόμενοι της Ανεμολέσχης Αθηνών, πετώντας με ανεμόπτερα και μικρά μονοκινητήρια αεροπλάνα, δεν απολαμβάνει κανείς άλλος, (όπως οι ίδιοι ισχυρίζονται) την Πάρνηθα, έχοντας πανοραμική άποψη του βουνού από τους αιθέρες. Η βάση των λεσχών τους βρίσκεται στο Στρατιωτικό Αεροδρόμιο Δεκελείας, στο Τατόι.
Η ψηλότερη κορυφή της Πάρνηθας είναι η Καραβόλα ή Καραμπόλα με 1.413μ. ύψος ( η ονομασία αυτή κάνει την εμφάνιση της στο πρώτο τέταρτο του 20ου αι. και είναι κάποιο είδος κοχλία) ενώ υπάρχουν άλλες 15 κορυφές με υψόμετρο πάνω από 1.000μ. και 70 ακόμη που υπερβαίνουν τα 500μ. Δυστυχώς, η Καραβόλα είναι απαγορευμένη περιοχή λόγω της εκεί ύπαρξης στρατιωτικών εγκαταστάσεων. Γιγαντιαίοι πύργοι και ραντάρ καταστρέφουν αισθητικά, αλλά και από οικολογικής άποψης, μία τόσο όμορφη περιοχή. Άλλες ψηλές κορυφές της Πάρνηθας με σειρά μεγέθους είναι το Όρνιο 1.350μ., η Κακή Ράχη 1.261μ., το Αυγό 1.201μ., το Πλατύ Βουνό 1.171μ., η Κυρά 1.160μ., το Φλαμπούρι 1.158μ., ο Κούκος ή Λαγός 1.151μ., ο Αέρας 1.127μ., το Ξεροβούνι 1.120μ. και κάποιες άλλες ακόμη. Από τις ψηλότερες κορυφές ξεκινούν ρέματα και χαράδρες προς όλες τις κατευθύνσεις οι οποίες κατεβάζουν νερά εποχιακά, δημιουργώντας σε κάποιες από αυτές τις πρανή και απόκρημνες ορθοπλαγιές. Οι σημαντικότερες απ’ αυτές είναι το Μαυρόρεμα μήκους 12χλμ., ο Χάρανδρος που ύστερα από 12χλμ. καταλήγει στη λίμνη του Μαραθώνα, το ρέμα της Γκούρας ή Γιαννούλας μήκους 10χλμ., το οποίο καταλήγει στη μονή Κλειστών επάνω από τη Φυλή. Στην αρχαιότητα, το ρέμα ήταν ποταμός και ονομάζονταν Κελάδων. Σε ένα τμήμα του από τη θέση Μεσονύχτι μέχρι τη μονή Κλειστών διαμορφώνεται εντυπωσιακό και δύσβατο φαράγγι. Δυστυχώς, το πλέον όμορφο σημείο του μπαζώθηκε μετά τον μεγάλο σεισμό του 1999. Επίσης, η χαράδρα Παλιομήλεσι-Αγίου Μερκουρίου-Σφενδάλης μήκους 5χλμ., η χαράδρα της Χούνης μήκους 5χλμ. που καταλήγει στους Θρακομακεδόνες, η χαράδρα της Θοδώρας μήκους 6χλμ. και άλλες μικρότερες.

Το Κλίμα

Από πλευράς κλιματικών συνθηκών, το κλίμα της Πάρνηθας είναι τυπικό μεσογειακό και όπως σε κάθε βουνού είναι ξηρό και υγιεινό, γι ‘αυτό και παλιότερα, όταν η φυματίωση βρισκόταν σε έξαρση στη χώρα μας, λειτουργούσε σανατόριο ο οποίο στη συνέχεια μετατράπηκε από τον ΕΟΤ σε ξενοδοχείο (Ξενία). Η μέση θερμοκρασία τον χειμώνα είναι + 3β. C και το καλοκαίρι + 20 β. C ενώ η ετήσια βροχόπτωση με 110 ημέρες κατά μέσον όρο φτάνει τα 70 εκ. ( μέσο ύψος βροχής ). Το ποσοστό βροχής στις κορυφές του βουνού είναι σχεδόν διπλάσιο από αυτό στους πρόποδες, ενώ επικρατέστεροι άνεμοι είναι οι ΒΑ.


Τα Νερά της Πάρνηθας


Δεν μπορούμε να πούμε ότι στην Πάρνηθα πηγάζουν ποτάμια, παρότι η βροχόπτωση στα ψηλότερα σημεία του βουνού είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από κάθε άλλο μέρος του λεκανοπεδίου. Τα ρέματα και οι χαράδρες που αυλακώνουν το βουνό, κατεβάζουν νερό μόνο εποχικά ή έπειτα από έντονες βροχοπτώσεις. Πάντως, προτού ανοιχθούν οι κύριοι και οι πολλοί δευτερεύοντες δασικοί δρόμοι οι οποίοι αλλοίωσαν σημαντικά την μορφολογία του εδάφους και το περιβάλλον του βουνού εν γένει, προτού μπαζωθούν ή χτιστούν οι απολήξεις των ρεμάτων και δεσμευτούν αρκετές από τις πηγές του, οι χείμαρροι του βουνού τροφοδοτούσαν με κατά πολύ μεγαλύτερες ποσότητες νερού τα παρακάτω ποτάμια που στο παρελθόν ήταν μεγαλύτερα: Στα βόρεια τον Βοιωτικό Ασωπό, τη λίμνη του Μαραθώνα στα ανατολικά με το μακρύ ρέμα του Χάραδρου, τον Αττικό Κηφισό, τον Κελάδωνα στη Φυλή, και τον Ελευσίνιο Κηφισό, στο θριάσιο πεδίο, γνωστό σήμερα ως Σαραντόπορο.

Λόγω της συνύπαρξης και της παράλληλης διάταξης του πορώδους, υδατοδιαπερατού ασβεστόλιθου με πετρώματα του υποκείμενου υδατοστεγούς φλύσχη, στα σημεία επαφής τους αναβλύζουν νερά υπό μορφή πηγών. Έτσι, η Πάρνηθα είναι πλούσια σε πηγές και πηγαία νερά. Από τις πολυάριθμες πηγές του βουνού, λίγες μόνο στερεύουν τους καλοκαιρινούς μήνες. Η πλέον γνωστή είναι η Σκίπιζα ή Αετοβρύση σε υψομ. 1.200μ. που διαθέτει την καλύτερη ποιότητα νερού. Άλλες πηγές είναι οι ακόλουθες: Η πηγή στο καταφύγιο Μπάφι, το Κανταλίδι, η Κυρά, η Μόλα, η Κατάρα, το Μεσσιανό νερό, το Κρυφονέρι, του Πλατανάκου, η Γαϊδουρόβρυση, η Κορομηλιά, της Αγίας Τριάδας και πολλές άλλες σε χαμηλότερα σημεία του βουνού. Τα νερά πολλών από αυτές (Γκούρα, Ρουμάνι, Μπόρσι κ.α.) έχουν δεσμευτεί για τις ανάγκες παραπλήσιων οικισμών και των στρατιωτικών εγκαταστάσεων. Η Πάρνηθα έχει και κάποια πηγάδια. Το Κρύο Πηγάδι, του Κυριακού, το Πηγάδι στο Λιμικό και αυτό στη Σαλονίκι είναι κάποιο από αυτά.

Υπάρχουν και δύο μικρές λίμνες που βρίσκονται κοντά στην Αγία Τριάδα Κιούρκων σε υψόμετρο 600μ. Η μεγαλύτερη , περίπου 500 τετρ. μ. δημιουργήθηκε μετά τη διάνοιξη του δρόμου των Κιούρκων-Αγίου Μερκουρίου.
Ορισμένα από το λιβάδια της Πάρνηθας τα οποία την άνοιξη γεμίζουν αγριολούλουδα, είναι της Μόλας, του Λιμικού, η Σαλονίκι, το Ξερολίβαδο, το Παλιοχώρι, το Μπόρσι, το Κλιμέντι, η Γκόριτσα, η Ντουσκέζα και άλλα. Κάποια από αυτά κάποτε ήταν εκμεταλλεύσιμα είτε ως βοσκότοποι είτε ως καλλιέργειες. 

ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΡΥΜΟΣ


Χλωρίδα και Πανίδα


Η Πάρνηθα αποτελεί ένα από τους 10 Εθνικούς Δρυμούς  της χώρας μας. Ανακηρύχθηκε το 1961, λόγω των όμορφων δασών, της γεωλογικής ποικιλομορφίας της , της ενδιαφέρουσας χλωρίδας και πανίδας, της γειτνίασης  με την πρωτεύουσα και της σχετικά μικρής ανθρώπινης επέμβασης που υπήρχε στις αρχές του ’60 στο βουνό. Ο πυρήνας του δρυμού, έκτασης 38.000 στρεμμάτων, περιλαμβάνει τις κορυφές του  κεντρικού τμήματος της Πάρνηθας και το ελατοδάσος. Περιβάλλεται από ένα ευρύτερο δακτύλιο έκτασης 160.000 στρεμμάτων που ορίζεται από τους Θρακομακεδόνες έως την Αυλώνα σε άξονα βορρά-νότου και από το Κρυονέρι και τις Αφίδνες μέχρι τα Σκούρτα ανατολικο-δυτικά.
Τα δάση της Πάρνηθας χαρακτηρίζονται από την αντίθεση που προκαλεί  η ζώνη του κεφαλλονίτικου έλατου, αφενός, και του χαλέπιου πεύκου αφετέρου. Η πρώτη ζώνη απαντάται από υψόμετρο 600 με 800 μ. και άνω και συνοδεύεται  από λίγες πλατύφυλλες και χνοώδεις δρύες, αγριόκεδρους, αρκεύθους, αριές, οστριές, γκορτσιές, κυπαρίσσια, κορομηλιές  και άλλα θαμνώδη φυτά ορεινής μεσογειακής βλάστησης καθώς και τα υδρόφιλα λεύκες, πλατάνια και ιτιές στα ρέματα και τις πηγές του βουνού ενώ η ζώνη του πεύκου συνοδεύεται από πουρνάρια, κούμαρα, μυτιές, αριές, σπάρτα, ρείκια, σχίνα, αγριοτριανταφυλλιές, φράξους, κουτσουπιές. φιλλύκια (συγγενή με την ελιά), κοκορεβυθιές, χρυσόξυλα κ.α. Εντυπωσιακή για την πλούσια ποικιλία της είναι η χλωρίδα  της Πάρνηθας, η οποία αντιπροσωπεύει περί το 1/6 των φυτών της χώρας μας. Τα είδη που κατέγραψε σε μία σημαντική καταγραφή της χλωρίδας του βουνού ο καθηγητής Βοτανικής Χ. Διαπούλης, υπερβαίνουν τα 800, αρκετά από τα οποία είναι ενδημικά των βουνών της νότιας Ελλάδας. Περίπου 30 από αυτά θεωρούνται σπάνια και απειλούμενα με εξαφάνιση. Πολλά από αυτά είανι πράγματι εντυπωσιακά, όπως η συντενίσιος ίριδα, η λευκά παιόνια, η κόκκινη, η κίτρινη και η βοιωτική τουλίπα, ο κόκκινος κρίνος, η μαύρη φριτιλάρια, η καμπανούλα της Πάρνηθας. Ο πεζοπόρος έχει τη δυνατότητα, επίσης να θαυμάσει ανεμώνες, κυκλάμινα, αγριομενεξέδες, κρόκους, και αρκετά άλλα ακόμα. Στην Πάρνηθα έχουν εντοπισθεί 81 είδη μανιταριών, από τα οποία  1 είναι θανατηφόρο και 5 δηλητηριώδη ενώ τα γνωστά βρώσιμα είναι 29.

Ως προς τα μεγαλύτερα θηλαστικά, το βουνό περιλαμβάνει έναν από τους ελάχιστους πλέον για τη χώρα μας πληθυσμούς ελαφιών, τσακάλια, αλεπούδες, λαγούς, ασβούς, κουνάβια, και χελώνες καθώς και αρκετά είδη μικρότερων, κυρίως τρωκτικών (νυφίτσες, σκίουροι), χειρόποδων και εντομοφάγων καθώς και 14 είδη ερπετών. Η πανίδα βρίσκεται σε φθίνουσα πορεία και έχει εξακριβωθεί πως κάποτε στην Πάρνηθα, όπως και σε άλλα βουνά της χώρας μας, ζούσαν αρκούδες, αγριογούρουνα, ζαρκάδια, λύκοι, λίγκες, ρήσοι και αγριόγατοι, που σταδιακά εξαφανίστηκαν. Αρκετά αρπακτικά, και άλλα είδη πουλιών βρίσκουν μόνιμο καταφύγιο καθώς επισκέπτονται εποχικά την Πάρνηθα. Ορισμένα από αυτά είναι όρνια, πετρίτες, βραχοκιρκίνεζα, φιδαετοί, διπλοσάινα, κίσσες, κουκουβάγιες, μπεκάτσες, πετροπέρδικες, τσίχλες, μπούφοι, φλώροι, σπίνοι, αηδόνια, δρυοκολάπτες κ.α.

Όπως μας πληροφορεί ο δασάρχης για πολλά χρόνια και αείμνηστος φίλος, ο δασολόγος Γ. Ντούρος, η οριοθέτηση του δρυμού έγινε στα όρια ιδιοκτησιών ώστε να περιλαμβάνονται δημόσιες εκτάσεις. Έτσι αξιόλογες περιοχές από αισθητική και οικολογική άποψη, όπως η βόρεια με τα μεγάλα λιβάδια του Λιμικού, της Σαλονίκης και του Αγίου Νικολάου, καθώς και η περιοχή του ρέματος της μονής Κλειστών έμειναν εκτός του πυρήνα του δρυμού. Η απαλλοτρίωση ιδιωτικών εκτάσεων και η προσθήκη των περιοχών αυτών στον πυρήνα του δρυμού είναι κάτι παραπάνω από επιβεβλημένη.


Κίνδυνοι και Απειλές


Ακριβώς λόγω της γειτνίασης  της Πάρνηθας με την πολυπληθή Αθήνα, το βουνό και ο δρυμός διατρέχει πολλούς και σοβαρούς κινδύνους. Οι φωτιές που αφανίζουν τα δάση και τις θαμνώδεις εκτάσεις κατά τους καλοκαιρινούς κυρίως μήνες, πρέπει να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά προτού αυτό καταστραφεί ολοκληρωτικά. Κάποιοι ακόμα κίνδυνοι που διατρέχει η Πάρνηθα, είναι η καταπάτηση και οικοπεδοποίησης εδαφών της που σταδιακά αλλά σταθερά περιορίζουν την έκτασή της. Εκεί όπου κάποτε το έδαφος καλύπτονταν από πευκοδάση, σήμερα υπάρχουν σπίτια και δρόμοι καθώς η περιοχή πέρασε από την «αποτελεσματική» μέθοδο του αποχαρακτηρισμού και εντέλει της νομιμοποίησης «πρώην δασικών εκτάσεων» αφού στο μεταξύ μια φωτιά από «φυσικά αίτια» τροποποίηση τον χαρακτήρα του εδάφους. Ένας μεγάλος αριθμός από διεκδικήσεις τίτλων κυριότητας στην περιφέρεια αλλά και στον πυρήνα του δρυμού δυσχεραίνουν την αποτελεσματική λειτουργία. Επίσης, δεν είναι λίγες οι πιέσεις για χωματερές, λατομεία, και οικιστική αξιοποίηση σε περιφερειακά σημεία του βουνού.
Στην καρδιά του πυρήνα του δρυμού, στις περιοχές της Μόλας, και Παλαιοχωρίου, το Υπουργείο Γεωργίας Στα μέσα του ’80 δημιούργησε χώρους αναψυχής, άθλησης, ψησταριές που βέβαια προσεγγίζονται  από εποχούμενους κατοίκους του λεκανοπεδίου. Η μόλυνση η οποία προκαλείται από εκατοντάδες αυτοκίνητα που ανεβάζουν στο βουνό τους «φυσιολάτρες», ο θόρυβος που επικρατεί, τα σκουπίδια που μένουν κάθε Σαββατοκύριακο στον δρυμό είναι κάτι ανεπανάληπτο. Σίγουρα, τα λίγα ζώα και πουλιά που έχουν απομείνει στην Πάρνηθα θα αναζητούν άλλο καταφύγιο…
Μαζικοποίηση της «φυσιολατρίας»  δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί με αυτόν ούτε με κανένα άλλον  τρόπο. Οι αρμόδιοι φορείς ας προβληματιστούν για τη σκοπιμότητα των αποφάσεων που λαμβάνονται για την «προστασία» του δρυμού.
Παρά την απαγόρευση του κυνηγιού, στον δρυμό ο οποίος θεωρείται μόνιμο καταφύγιο άγριας ζωής, η λαθροθηρία αποτελεί συχνό φαινόμενο. Τα ελατοδάση σε περιόδους παρατεταμένης ξηρασίας κινδυνεύουν από φλοιοφάγα έντομα. Επίσης κωνοφάγα και σποροφάγα έντομα εμποδίζουν την φυσική αναγέννηση τους. Η ξήρανση επισπεύδεται από το φτωχό σχετικά υπέδαφος του βουνού, την υπερβόσκηση και την παράνομη υλοτομία. Έτσι, γι αυτούς του λόγους, η αναδάσωση  σήμερα καθίσταται επιβεβλημένη, επιβοηθητική της αναγέννησης του δάσους. Η υπερβολική διάνοιξη δασικών δρόμων, κάποιοι από αυτούς αναγκαίοι για έγκαιρη παρέμβαση σε περίπτωση φωτιάς, έχουν αποτέλεσμα την κοπή χιλιάδων δέντρων και τη γενικότερη αλλοίωση του τοπίου. Το περιβάλλον υποβαθμίζεται επιπλέον σημαντικά από τις εγκαταστάσεις των στρατιωτικών μονάδων και της τοποθέτησης στις κύριες κορυφές των ραντάρ και κεραιών τηλεοπτικών κα ραδιοφωνικών σταθμών. Επίσης, από την ύπαρξη της βίλας του δικτάτορα Παπαδόπουλου που παραχωρήθηκε στον Δήμο Αχαρνών για κατασκηνωτική χρήση και η κατασκήνωση στο Παλαιοχώρι αποτελούν λειτουργίες απαράδεκτες για τους σκοπού του δρυμού.

Όπως κάθε δρυμό έτσι κι αυτός της Πάρνηθας διέπεται από ορισμένους κανόνες λειτουργίας. Έτσι, όποιος βρεθεί στην Πάρνηθα πρέπει να γνωρίζει πως στον πυρήνα απαγορεύεται το άναμμα της φωτιάς εκτός των χώρων αναψυχής, η κοπή ξυλείας, κλαδιών, το μάζεμα λουλουδιών, το κυνήγι, η κατασκήνωση σε σκηνές ή τροχόσπιτα, η αιχμαλωσία ή θανάτωση ζώων, η μελισσοκομία, η βοσκή, η ρύπανση του περιβάλλοντος εν γένει, η κατοχή κάθε είδους όπλου, τσεκουριού κλπ., η εγκατάλειψη κατοικίδιων ζώων, η διαφήμιση, η γραφή σε βράχους, δέντρα, οι μηχανοκίνητοι αγώνες και  η οδήγηση κάθε μέσου σε δρόμους κλειστούς με μπάρες, η πρόκληση θορύβων και τέλος η λειτουργία καντίνας. Οι κανόνες πρέπει να γίνονται από όλους σεβαστοί.

Γεωλογική Σύσταση

Η Πάρνηθα γεωλογικά ανήκει στην ζώνη της  Ανατολικής Ελλάδας, που χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη ιζηματογενών πετρωμάτων με επικρατέστερα τους ασβεστόλιθους, και φλύσχη που είναι ένας συνδυασμός αργιλικού σχιστόλιθου και ψαμμίτη. Η διαδικασία σχηματισμού των πετρωμάτων της Πάρνηθας διήρκεσε από τον Άνω Τριαδικό ( περί τα 300 εκατ. χρόνια) μέχρι την περίοδο του Ανώτερου Κρητιδικού  και Μέσου Ηώκαινου (60 εκατ. χρόνια ). Η διαδικασία της ιζηματογένεσης αρχικώς συντελέσθηκε κάτω από τη στάθμη της θάλασσας και συνεχίσθηκε όταν η Πάρνηθα αναδύθηκε εκτός αυτής. ο συνδυασμός της ιζηματογένεσης με τεκτονικά φαινόμενα (σεισμικές δονήσεις), υδάτινη και αιολική διάβρωση και άλλους ατμοσφαιρικούς παράγοντες, είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μεταλλοφόρων οριζόντων, όπως χρωμιονικελίου που κάνουν την εμφάνιση τους  στην Αυλώνα και μικρών κοιτασμάτων βωξίτη κοντά στην Ελευσίνα. Αυτός ο συνδυασμός  τη συνύπαρξη ασβεστολιθικών πετρωμάτων, γεωτεχνικών φαινομένων και ατμοσφαιρικών παραγόντων ευθύνεται για τη δημιουργία συμπαγών ορθοπλαγιών, καθώς και τη δημιουργία σπηλαίων και βαράθρων. Καρστικά έγκοιλα, κοινώς δολίνες, -γούπατα και εδαφικά κοιλώματα που συχνά βρίσκουμε στα βόρεια του βουνού δημιουργήθηκαν κατά την καρστικοποίηση της βόρειας Αττικής στη διάρκεια του Τριαδικού (πριν από 200 εκατ. χρόνια) από καταβυθίσεις των καταρηγματωμένων  ασβεστολιθικών της πετρωμάτων, λόγω της δράσης υπόγειων ρευμάτων νερού. Ορισμένες από αυτές είναι η λάκα του Λεβέντη, η Γκιόλα, τα Τσογκάνια, η Μακρυλάκα, κ.α. Στο κεντρικό τμήμα της Πάρνηθας και συγκεκριμένα, ανάμεσα στην Αγία Τριάδα και τον Μπάφι εμφανίζονται τα αρχαιότερα πετρώματα του βουνού, ηλικίας 360 εκατ. ετών.

Σπήλαια και Βάραθρα

Περί τα 30 σπήλαια και βάραθρα είναι μέχρι σήμερα γνωστά στον ορεινό όγκο της Πάρνηθας. Το πλέον ενδιαφέρον από αρχαιολογικής άποψης και το γνωστότερο απ’ όλα είναι το Σπήλαιο ή Άντρον Πανός, που αναφερθήκαμε παραπάνω. Η επίσκεψή του απόκοσμου περιβάλλοντος της σπηλιάς, που είναι σκαρφαλωμένη στη μία πλευρά της χαράδρας της Γκούρας, είναι κάτι παραπάνω από επιβεβλημένη.
Προσοχή: απαιτείται γνώση καταρρίχησης, γιατί τα σκαλισμένα στο βράχο σκαλιά γλιστρούν επικίνδυνα για αρχάριους ή άσχετους.

Ορισμένα ακόμη από τα σπήλαια και βάραθρα του βουνού που έχουν εξερευνηθεί είναι: Το σπηλαιοβάραθρο-καταβόθρα Δεκέλειας, που βρίσκεται κοντά στα βασιλικά κτήματα Τατοΐου, το Σπήλαιο Αγίας Τριάδας, κοντά στην Αγία Τριάδα, σε υψόμετρο 1.000μ., το βάραθρο της Γκούρας, στην απέναντι πλαγιά του Σπηλαίου Πανός, το σπηλαιοβάραθρο του Νταβέλη, που βρίσκεται στη νότια πλαγιά της ομώνυμης κορυφής σε υψόμετρο 793μ., τα δυο βάραθρα στο Ταμίλθι, που βρίσκονται ανάμεσα στην πηγή Συκιά και το μονοπάτι Ταμίλθι-Κιάφα Πίνη, το μεγάλο σπηλαιοβάραθρο των Σκούρτων το οποίο βρίσκεται δυτικά του ομώνυμου χωριού σε υψόμετρο 550μ., το βάραθρο του Κεραμιδιού, υψομ. 984μ. που βρίσκεται κοντά στην ομώνυμη κορυφή και έχει βάθος 27μ. και αρκετά ακόμη.

Κάντε κλικ για μεγένθυση Κάντε κλικ για μεγένθυση Κάντε κλικ για μεγένθυση Κάντε κλικ για μεγένθυση Κάντε κλικ για μεγένθυση Κάντε κλικ για μεγένθυση

Μετάβαση στην κορυφή της σελίδας